Τελετουργίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΞΑΝΘΗΣ, ΞΑΝΘΗΣ
Β. Έθιμα του Λαϊκού εορτολογίου
α. Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
Πριν φτάσει η γιορτή των Χριστουγέννων οι γυναίκες στόλιζαν το σπίτι με
χριστουγεννιάτικα στολίδια που τα κατασκεύαζαν οι ίδιες. Το χριστουγεννιάτικο
δέντρο κοβόταν από το βουνό μέρες πριν και οι άντρες το πήγαιναν στα σπίτια
τους για στόλισμα. Οι γυναίκες έκαναν και γλυκά όπως μελομακάρονα, μπακλαβά,
κανταΐφι. Στα παιδιά που μία μέρα πριν από τα Χριστούγεννα έλεγαν τα κάλαντα
δεν τα έδινα χρήματα. Τα έδιναν ξυλοκέρατα που τα έλεγαν αλλιώς χαρούπια
καρύδια και καραμέλες. Ξεκινούσαν νωρίς το πρωί από τα σπίτια τους ντυμένα
καλά γιατί είχε πολύ κρύο και γυρνούσαν όσο περισσότερα σπίτια μπορούσαν
ψέλνοντας τα κάλαντα. Συνήθως τα έλεγαν χτυπώντας έναν τενεκέ με ξύλο που το
χρησιμοποιούσαν αντί για κάποιο μουσικό όργανο που δεν είχαν. Τα κάλαντα που
συνήθως τραγουδούσαν εκείνη την ημέρα ήταν «Χριστούγεννα πρωτούγεννα
πρώτη γιορτή του χρόνου για βγαίτε-βγαίτε μάθετε τώρα Χριστός γεννιέται,
γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα, το μέλι τρώνε οι άρχοντες το γάλα
οι αφεντάδες και το μελισσοβότανο βαστούν τα παλικάρια. Σι' αυτό το σπίτι οπού
'ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει».
Επιπλέον, ακόμη ένα τραγούδι που ακουγόταν, όχι όμως τόσο συχνά, μιλούσε για
τη γέννηση του Θεανθρώπου και παρουσιάζει την Παναγία όπως κάθε γυναίκα
που αισθάνεται τις ωδίνες του τοκετού κι έχει την ανάγκη της συμπαράστασης των
συνανθρώπων της, και είναι το εξής:
«Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στα παλικάρια. Σαράντα
μέρες, σαράντα νύχτες κι η Παναγία κοιλοπονούσε, κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
τους Αη-ποστόλους τους Αρχαγγέλους. Βοηθήστι μι μένα σι' αυτή την ωρα τη
βλουημένη, τη δοξασμένη. Κι οι Απόστολοι μαμές γυρεύαν κι οι Αρχαγγέλοι για
μύρου τρέχουν. Κι ως που να πάνι κι ως που να έρθουν, η Παναγία μας
ξιλιφτιρώθκι. Ξιλιφτιρώθκι κι φανιρώθκι μέσα στο δάσος στα κυπαρίσσια. Σαν
ήλιος λάμπει, σα μέρα φέγγει, λάμπει και φέγγει το νοικοκύρη, του νοικοκύρη με τα
παιδιά του». Μέσα στα κάλαντα περιλαμβανόταν και το «σούβλισμα». Τα παιδιά
που έλεγαν τα κάλαντα κρατούσαν κι ένα κλαδί από σουρβιά, δηλαδή κρανιά με το
οποίο χτυπούσαν στην πλάτη το νοικοκύρη κι έλεγαν: « Σούρβα σούρβα γιρό
κορμί, γιρό κορμί, γιρό σταυρί, κι του χρόνου ουλ' γιροί, ουλ' γιροί καλόκαρδοι».
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, παρέες από παιδιά πήγαιναν και το
βράδυ για να ψάλλουν τα κάλαντα. Στα χέρια τους αυτή τη φορά, κρατούσαν
αναμμένα φανάρια, στολισμένα με πολύχρωμα χαρτιά. Στο κάθε σπίτι ανήγγειλναν
την άφιξή τους με τη λέξη "κόληντα" επαναλαμβάνοντάς την ώσπου να ανοίξει η
πόρτα "Κοοοληντα". Αν αργούσε να ανοίξει, έλεγαν και την απειλή « Δώσει μία
κουρούδα (κουλούρα), να μη σε βγάλου που ντ' κουμινούδα (καπνοδόχος)». Τα
παιδιά τη νύχτα εκείνη, μάζευαν πολλά δώρα και σε είδος και σε χρήμα.
Τέλος, όταν οι γυναίκες ετοίμαζαν το τραπέζι με φαγητά, θυμίαζαν αργότερα διότι
πίστευαν ότι οι καλικάντζαροι μύριζαν τα φαγητά και κατέβαιναν το βράδυ από τις
καμινάδες. Το θυμίαμα ήταν ένας τρόπος για να μην τους κάναν κακό τα πνεύματα
μέσα στο σπίτι.
(Στυλιανή Ελευθεριάδου, Δέσποινα Μπαρτζοπούλου)
β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου - 5 Ιανουαρίου)
Τα ξημερώματα των Χριστουγέννων, όλοι εκκλησιάζονταν. Την ημέρα εκείνη, όλοι
φορούσαν τα καλά τους και βοηθούσαν στο στρώσιμο του τραπεζιού. Συνήθως
μαγείρευαν κρέας όπως αρνί ή αγριογούρουνο. Όποιος πήγαινε σε κάποιο σπίτ
εκείνη την ημέρα τον κερνούσαν γλυκό, του έδιναν κάτι να πιεί και τον
προσκαλούσαν να φάει μεσημεριανό μαζί τους. Αργά το βράδυ έβγαιναν οι άντρες
και έλεγαν και αυτοί τα κάλαντα.
Ανήμερα της πρωτοχρονιάς τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας στο χέρι μια
μικρή βέργα που η μία της άκρη είχε πολλές διακλαδώσεις, που πάνω σε αυτές
έδεναν χρωματιστές κλωστές. Όταν πήγαιναν στα σπίτια συγγενών και φίλων
συνήθιζαν να λένε « Τριστριστιάλκα σ' έτη πολλά και του χρόνου». Με τη βέργα
αυτή χτυπούσαν τις πλάτες των συγγενών και αυτοί τους έδιναν το
πρωτοχρονιάτικο δώρο. Στο βραδινό τραπέζι την παραμονή του Αγίου Βασιλείου,
η πίτα, η οποία περιείχε το φλουρί έμπαινε στο τραπέζι. Στη φρουτιέρα έμπαιναν
τα φρούτα, ξυλοκέρατα, ξηροί καρποί και απαραίτητα ένα ρόδι, το οποίο πετούσαν
στις σκάλες, αμέσως μετά τον ερχομό της πρωτοχρονιάς, για καλή τύχη. Όλη η
οικογένεια καθόταν στην τραπεζαρία για την κοπή της βασιλόπιτας. Πριν να την
κόψουν έβαζαν πάνω της λίγο σιτάρι ή καλαμπόκι ανάλογα με το τι καλλιεργούσε η
οικογένεια. Την κοπή την έκανε πάντα το μεγαλύτερο μέλος της οικογένειας. Αυτός
αφού έκοβε πρώτα για την Παναγία και το Χριστό μετά έκοβε για τα χωράφια και
τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Αυτός που κέρδιζε το φλουρί επειδή τον
θεωρούσαν πολύ τυχερό ήταν ο πρώτος για το καινούριο έτος που θα έμπαινε στα
σπίτια συγγενών με το δεξί. Αυτό το έκαναν για να πάει καλά η χρονιά. Μετά
άνοιγαν τα δώρα που ήταν κάτω από το δέντρο. Οι περισσότεροι τα δώρα τα
έφτιαχναν μόνοι τους, εκτός κι αν κάποιοι είχαν πολλά χρήματα, οπότε τα
αγόραζαν.
(Σωκράτης Ζαζόπουλος, Χρήστος Στεφανίδης)
γ. Γιορτές του Φεβρουαρίου
Στις 1 Φεβρουαρίου στην Ξάνθη, γιορτάζεται ο Άγιος Τρύφωνας. Τη μέρα αυτή,
ραντίζουν τα αμπέλια με Αγιασμό για να τα προστατεύει ο Άγιος από αρρώστιες,
ξηρασίες και πλημμύρες. Μετά, συγκεντρώνονταν οι αμπελουργοί με τους δικούς
τους σε κοινό γλέντι, στην εξοχή. Από τη μέρα αυτή, άρχιζαν οι δουλειές στα
αμπέλια.
(Δέσποινα Μπαρτζοπούλου)
δ. Απόκριες
Κατά την περίοδο των αποκριών στην Ξάνθη, τα παλιά καλά χρόνια, γλεντούσαν
και ντύνονταν καρναβάλια όλες τις μέρες των αποκριών. Τόπος για τέτοιες
συγκεντρώσεις ήταν το «καφενείο του Μάνου». Τα πιο περίεργα καρναβάλια
μπορούσε να δει κανείς. Η κεντρική πλατεία οι δρόμοι και τα καταστήματα της Ξάνθης είχαν διακοσμηθεί και όλη η πόλη επί δεκαπέντε μέρες παρουσίαζε γιορταστική όψη. Το βράδυ της πρώτης Κυριακής στήνεται σε σημείο που να είναι σε όλους ορατός, ο καρνάβαλος, τον οποίο οι Ξανθιώτες ονομάζουν "Τζιάρο". Ο Τζιάρος είναι παλιό Ξανθιώτικο έθιμο. Την τελευταία βραδιά της αποκριάς οι νέοι άναβαν κάτω από τη γέφυρα του ποταμού Κοσύνθου πελώριες φωτιές για να τον κάψουν. Ακόμη κατά την περίοδο των εορτών αυτών, πραγματοποιούνταν διάφορες χορευτικές εκδηλώσεις σχεδόν κάθε βράδυ, σε μεγάλη εξέδρα στην κεντρική πλατεία της πόλης και παρακολουθούσαν δεκάδες χιλιάδες θεατές, Ξανθιώτες και ξένοι. Χόρευαν συγκροτήματα του καλλιτεχνικού Οργανισμού
Ποντίων, Μικρασιατών και άλλοι. Γίνονταν επίσης, αναπαραστάσεις θρακιώτικων εθίμων των Σεϊμένηδων, των Πιτεράδων, του θρακιώτικου Γάμου, του ποντιακού Γάμου. Μοντέρνα μουσικά συγκροτήματα από νέους έπαιζαν ρυθμούς της εποχής. Σχεδόν κάθε βράδυ γινόταν παρέλαση και ενός διαφορετικού άρματος, που
συνοδευόταν από ομίλους μεταμφιεσμένων για να κλείσει η μορφή αυτής της
εκδήλωσης με μεγαλειώδη παρέλαση. Γίνονταν ακόμη, διάφορες εκθέσεις
Θρακιώτικης λαϊκής ενδυμασίας και χειροτεχνίας. Όταν οι ξανθιώτες σκέφτηκαν
πρώτη φορά να φτιάξουν ένα άρμα, αυτό παρίστανε το θωρηκτό «Αβέρωφ».
Επειδή, λοιπόν, δεν είχαν υπολογίσει τα δρομάκια, τα στενά της Ξάνθης και το
άρμα όταν κατασκευάστηκε, δεν μπορούσε να περάσει, οι άνθρωποι
αναγκάστηκαν να γκρεμίσουν σπίτια και ούτε μία στιγμή δεν τους πέρασε από το
μυαλό να μην περάσει το «καράβι» ή να το χαλάσουν.
Την επόμενη μέρα, Καθαρά Δευτέρα το πρωί, οι γυναίκες που κράτησαν τριήμερο,
πήγαιναν στην εκκλησία. Μετά την απόλυση της εκκλησίας προσφέρουν η μία
στην άλλη κομπόστα. Ήταν ένας τρόπος έκφρασης της φιλίας και της συγγνώμης
την ημέρα εκείνη. Τότε επικρατούσε πανδαιμόνιο. Άλλοι ήταν ντυμένοι, άλλοι μόνο
μουτζουρωμένοι, επάνω σε κάρα, τραγουδούσαν, έπαιζαν χαρτοπόλεμο,
παρουσίαζαν σκετς. Μαζί με τα κομφετί και τις σερπαντίνες, άδειαζαν σακιά
ολόκληρα από όσπρια και δημητριακά. Στο δρόμο, όπου συνέβαιναν όλα αυτά
υπήρχαν πολλά μπακάλικα, οι ιδιοκτήτες των οποίων άδειαζαν στους περαστικούς
το σιτάρι, τις φακές, τα φασολάκια και πολλά άλλα. Το ίδιο ανταποκρίνονταν και
εκείνοι που ήταν πάνω στα κάρα και είχαν ανάλογες προμήθειες μαζί τους.
(Χρήστος Στεφανίδης, Σωκράτης Ζαζόπουλος)
ε. Κινητές εορτές
Τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες έβαφαν τα αυγά. Επειδή τότε δεν υπήρχαν βαφές
για να βαφτούν, μάζευαν μερικά λουλούδια κόβοντας το κοτσάνι τους και τα
έβαφαν το καθένα πάνω σε διαφορετικό αυγό. Τα άφηναν να βαφτούν το βράδυ σε
μαντήλι μαζί με φύλλα κρεμμυδιού. Τα τοποθετούσαν αργότερα κάτω από το
αναλόγιο που διάβαζε ο παπάς τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Αφού έτσι ευλογούνταν τα
έπαιρναν και ένα από αυτά άφηναν στο εικονοστάσι του σπιτιού. Αν σύμφωνα με
τη δοξασία που υπήρχε το γέννησε μαύρη όρνιθα, πιστευόταν ότι σε επτά χρόνια
γινόταν "κρατητήρα" σαν πέτρα ισοδύναμη με το τίμιο ξύλο και τη φορούσαν
έγκυες για αποτροπή του κινδύνου αποβολής.
Όλοι πήγαιναν κάθε βράδυ στην εκκλησία και τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες
ξενυχτούσαν στην εκκλησία και ετοίμαζαν τον επιτάφιο. Την άλλη μέρα οι
άνθρωποι πήγαιναν στην εκκλησία για να προσκυνήσουν τον επιτάφιο κρατώντας
λίγα λουλούδια. Μετά γινόταν η περιφορά του με πομπή. Τα μεσάνυχτα γινόταν η
Ανάσταση, όπου οι πιστοί μαζεύονταν στην εκκλησία και όταν άκουγαν το
"Χριστός Ανέστη" άναβαν κεράκια και τσούγκριζαν τα αυγά της περασμένης
χρονιάς. Το έπαιρναν από το εικονοστάσι, το κυλούσαν στο μάρμαρο της
εκκλησίας τρεις φορές, το τσούγκριζαν και το έτρωγαν. Αν είχαν χαλάσει και ήταν
άδεια έλεγαν «ικείνι ντν' ώρα γιουψίζνι». Το είχαν καλό για την υγεία και προ
πάντων δεν θα πάθαιναν λαιμόπονο. Γυρίζοντας στα σπίτια τους, τουλάχιστον
ένας από κάθε οικογένεια έπρεπε να διατηρήσει αναμμένο το κεράκι για να πάει το
Άγιο Φως στο σπίτι. όταν έφτανε στο σπίτι, στον πάνω τοίχο της πόρτας με το φως
του κεριού σχημάτιζε τρις σταυρούς, μετά έμπαινε στο σπίτι και άναβε με το ίδιο
φως το καντήλι. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας έφερναν λίγα λουλούδια που
είχαν πάρει πάνω από τον επιτάφιο και τα άφηναν στο εικονοστάσι του σπιτιού
τους. Έπειτα, κάθονταν όλοι μαζί και έτρωγαν μαγειρίτσα. Μέχρι και το πρωί του
Μεγάλου Σαββάτου οι άνθρωποι μπορούσαν να κοινωνήσουν. Τότε όλοι
συνήθιζαν να κρατούν νηστεία για σαράντα μέρες. Την Κυριακή όλοι έτρωγαν και
έπιναν κρασί στις αυλές των σπιτιών τους. Σούβλιζαν αρνί και διασκέδαζαν
χορεύοντας ποντιακούς χορούς.
(Στυλιανή Ελευθεριάδου, Δέσποινα Μπαρτζοπούλου)