Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΔΡΑΜΑΣ

ΑΡΚΑΔΙΚΟΣ

 

Όλη τη Σαρακοστή τη νηστεύαμε, ούτε κρέας άλλωστε τότε δε τρώγαμε.
Το δωδεκαήμερο όλο δεν επιτρεπόταν να βγούμε καθόλου έξω. Δεν ξέρω γιατί δε μας αφήνανε, μάλλον γιατί είχε πολύ κρύο. Είχαμε δώδεκα κεριά στερεωμένα σε ένα τσουβάλι με ρύζι ή με σιτάρι και κάθε βράδυ ανάβαμε και ένα κερί, σαν ημερολόγιο το είχαμε. Το τελευταίο κερί το ανάβαμε τα Φώτα. Αυτό το θυμάμαι πολύ καλά. Σιγά-σιγά κόπηκαν αυτά τα έθιμα, όμως από τον Πόντο όταν ήρθαμε έτσι ακριβώς γινόντουσαν. Τη παραμονή από τα Φώτα, όλη η οικογένεια έντεκα άτομα λουζόμασταν και η μαμά μου έπαιρνε τα τελευταία βρώμικα ρούχα και το βράδυ τα μούσκευε και το πρωί που χτυπούσε και νωρίς η καμπάνα τα ρούχα ήταν απλωμένα γιατί δεν έπρεπε να αφήσουμε λερωμένα ρούχα για τον αγιασμό. Την παραμονή με τον αγιασμό που παίρναμε, ο μεγάλος μου ο ξάδερφος έπαιρνε το άλογο και με τον αγιασμό ράντιζε τα χωράφια. Ύστερα στα Φώτα ένα παιδί μαζί με τον παπά γύριζε από σπίτι σε σπίτι και φώτιζαν και το σπίτι και τους ανθρώπους που έμεναν σε αυτό.

Γιορτάζαμε και τη Πρωτοχρονιά, αλλά όχι όπως τη γιορτάζουμε σήμερα με ρεβεγιόν και τέτοια. Εμείς, πρώτη δουλειά είχαμε να πάμε στην εκκλησία. Την γιορτάζαμε σαν γιορτή του Αϊ Βασίλη και σαν πρώτη μέρα του χρόνου. Ερχόμασταν από την εκκλησία, τρώγαμε και κόβαμε βασιλόπιτα.

Τις Απόκριες τρώγαμε τη Κυριακή το βράδυ ένα αυγό και λέγαμε «με αυγό θα κλείσουμε το στόμα μας, με αυγό θα το ανοίξουμε». Αυτά τα αυγά τα πηγαίναμε στην εκκλησία και μας τα διαβάζανε. Τώρα, στα καρναβάλια δεν είχαμε και πολλές στολές ούτε λεφτά να αγοράσουμε, οπότε βάζαμε ό, τι είχε ο καθένας και πηγαίναμε στη πλατεία και δεν έπρεπε να μας καταλάβει κανένας. Και μια χρονιά, Δέσποινα, ντύθηκαν καρναβάλια ο μπαμπάς μου με την αδελφή μου και κανένας δε τους γνώρισε. Τόσο καλά μασκαρεμένοι ήταν.
Το Πάσχα πηγαίναμε όλη την εβδομάδα στην εκκλησία και στα δώδεκα Ευαγγέλια και στο τροπάριο της Κασσιανής και σε όλα. Και την Ανάσταση το βράδυ καθόμασταν, δε πηγαίναμε στο σπίτι να φάμε μαγειρίτσα, αλλά πρώτα περιμέναμε να τελειώσει η εκκλησία. Τη Κυριακή του Πάσχα πηγαίναμε και το μεσημέρι στη δεύτερη Ανάσταση. Αρνί και τέτοια δε σουβλίζαμε, τα χρόνια τα δικά μας ήτανε φτωχά. Κρέας άμα είχαμε και ευχαριστώ λέγαμε. Αυτά βέβαια που είχαν παραγωγή σουβλίζαμε. Εμείς που είχαμε μερικά γουρούνια, αυτά σφάζαμε ή αλλιώς
αγοράζαμε. Στο χωριό μας δεν είχαμε πανηγύρι κανένα. Αλλά αν τα καταφέρναμε πηγαίναμε στο Παγγαίο, στο μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας. Και μια φορά – θυμάμαι – εγώ λουζόμουνα στη σκάφη και έρχεται ένας φίλος του μπαμπά μου και του λέω «Θείο Ηρακλή, πες του μπαμπά μου να πάμε στο Παγγαίο» η ώρα 9-10 το βράδυ, παραμονές Δεκαπενταύγουστου φαντάσου! Και μου λέει «Εσύ ετοιμάσου και θα τον πω εγώ» και από τη χαρά μου ντύθηκα, σκουπίστηκα, χτενίστηκα, μέσα σε δέκα λεπτά έτοιμη ήμουνα! Τέτοια χαρά πήρα! Και με τα πόδια πήγαμε στο μοναστήρι, η ώρα εννιά και μισή φύγαμε και πέντε το πρωί ήμασταν  στο βουνό πάνω. Κάτσαμε στη λειτουργία και γυρίσαμε πάλι με τα πόδια την επόμενη, γιατί βαφτίζαμε τη κόρη της αδελφής μου.

Ύστερα είχαμε άλλες γιορτές, όπως του Προφήτη Ηλία. Αλλά πηγαίναμε σε πανηγύρια που γίνονταν σε άλλα χωριά. Μετά είχαμε τον δικό μας, τον Άγιο Παντελεήμονα. Πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά γινόταν πανήγυρη, χορός κυρίως, γιατί τραπέζια τότε δε στρώναμε και χορεύαμε τζάμπα. Κάποιος που είχε μάθει ένα όργανο στο χωριό έπαιζε και οι άλλοι χόρευαν.
Χριστοφορίδου Νίκη, ετών 78

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2805
Έτος καταγραφής
2014-15
Επώνυμο
Χριστοφορίδου
Όνομα
Δέσποινα