Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

Πνευματικός Βίος

Κάλαντα :

Τις Παραμονές των Χριστουγέννων ακουγόταν διαφόρων ειδών κάλαντα στο χωριό: εντόπια,μικρασιάτικα, και θρακιώτικα. Όλα διηγούνταν την γέννηση του Χριστού, με διαφορετική όμως σειρά και φυσικά με διαφορετικά λόγια.

Κάλαντα έλεγαν τρεις φορές το χρόνο:

Την Παραμονή των Χριστουγέννων

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς

Των Φώτων.

Για την ημέρα των Φώτων ειδικά, οι Θρακιώτες είχαν φέρει ένα έθιμο από την πατρίδα τους που σιγά-σιγά άρχισαν να εφαρμόζουν όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Το «Φωτίκι». Κρεμούσαν σ’ένα σπάγγο καρύδια,μανταρίνια,καραμέλες,άλλα φρούτα και γλυκά και τα έδιναν δώρα στα βαπτιστήρια, όταν πήγαιναν να τους πουν τα κάλαντα. Όλα τα παιδιά έτρεχαν από σπίτι σε σπίτι, για να πουν τραγουδώντας τη γέννηση του Χριστού, τη βάπτιση Του και τον ερχομό και τον ερχομό του Αγίου Βασιλείου. Ελάχιστες νοικοκυρές τα έδιωχναν λέγοντας « μας τα’παν άλλοι». Οι περισσότερες τα δέχονταν μπροστά στην πόρτα χαμογελαστές για να τα δώσουν μετά το τραγούδι λίγα ξερά σύκα, αμύγδαλα, μήλα,καραμέλες ή γλυκά. «Αυτή ήταν η αμοιβή μας», λέει η κ.Φωτεινή ΜπεΪκάκη, και συνεχίζει, « Ξέραμε τι θα μας έδινε η κάθε γυναίκα σε κάθε σπίτι. Πρώτα περνούσαμε από το γιατρό που μας έδινε από 1 δεκάρα έως και 1 δραχμή και από την αστυνομία που μας έδινε το ίδιο, μετά θα πηγαίναμε στα σπίτια για να πάρουμε τα καρύδια και τα αμύγδαλα και τέλος απ΄όλα τα υπόλοιπα και ο,τι βγάζαμε. Γυρνούσαμε όλο το χωριό. Ξεκινούσαμε νωρίς το πρωί και τελειώναμε αργά το βράδυ, αφού είχε νυχτώσει και είχαν γυρίσει όλοι από τις δουλειές τους.

Κάλαντα Χριστουγέννων :

1.Καλήν εσπέραν άρχοντες,  αν είναι ο ορισμός σας,

Χριστού τη θεία γέννηση, να μπω στο αρχοντικό σας,

Χριστός  γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλις,

Οι ουρανοί αγάλλονται, χαιρετ’η φύσις όλη,

Εν τω σπηλαίο τίκτεται εν φάτνη των αλόγων,

Ο Βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων,

Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα,

Άστρο λαμπρό τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα,

Σαν φθάσαν στην Ιεροσαλήμ με πόθο ερωτώσι,

Που εγεννήθη ο Χριστός να παν να τον ευρώσι,

Σαν τ’άκουσε όλα αυτά ο Βασιλεύς  Ηρώδης,

Αμέσως εταράχθηκε και έγινε θηριώδης,

Γιατί πολύ φοβήθηκε δια την βασιλεία,

Μην του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξία,

Κράζει τους Μάγους και ρωτά που ο Χριστός γεννάται,

Ες Βηθλέμ ηξεύρουσι ως η γραφή διηγάται.

Τους είπε να υπάγουσι και όπου Τον ευρώσι,

Αφού Τον προσκηνούσι να παν να το ειπώσι,

Όπως θα πάει και αυτός, για να Τον προσκυνήσει,

Με δόλον ο μισόθεος, για να Τον αφανίσει,

Βγαίνουν οι Μάγοι,τρέχουσι και τον αστέρα βλέπουν,

Φως θεικό κατέβαινε και με χαρά προστρέχουν.

Εν τω σπηλαίω έρχονται, βρίσκουν τη Θεοτόκο

Και κράτα στις αγκάλες της τον άγιον της τόκον.

Γονατιστά Τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν,

Σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν.

Τα σμίρνα δε ως άνθρωπον, χρυσόν ως Βασιλέα,

Το λίβανον δε ως Θεόν σ’όλην την ατμόσφαιραν,

Και αφού Τον επροσκύνησαν,ευθύς πάλι ιππεύουν,

Και τον Ηρώδη μελετούν, να πάνε να τον ευρούν,

Πλην άγγελος εξ ουρανού βγαίνει, τους εμποδίζει,

Άλλην’οδόν ν’ακολουθούς αυτός τους διορίζει,

Και τότε άλλος άγγελος τον Ιωσήφ προστάζει,

Ει Αίγυπτον να πορευθεί αυτός που τον διατάζει,

Μη βλέπων δε ο βασιλεύς τους Μάγους να γυρίσουν,

στην Βηθλέεμ διέταξε παιδί να μην αφήσουν.

Όσα παιδιά κι αν εύρετε δύο χρονών και κάτω,

Όλα να τα περάσετε στην σπάθα από κάτω,

Χιλιάδες δέκα τέσσερις σφάζαν σε μιαν ημέρα,

Κλαυθμόν πολύ και οδυρμό είχε κάθε μητέρα.

 

2. Χριστούγγενα, πρωτούγεννα,

Πρώτη γιορτή του χρόνου,

Για βγείτε, δείτε, μάθετε,

Πως ο Χριστός γεννιέται,

Γεννιέται και αναθρέφεται,

Με μέλι και με γάλα,

Το μέλι το τρώνε οι αρχόντες,

Το γάλα οι παπάδες,

Και το καλύτερο κρασί,

Το πίνουν οι αφεντάδες,

Κι ανοιξ’τε τα κουτάκια σας,

Και τα κατακλειδωμένα,

Και δώστε μας τον κόπο μας,

Να πάμε σ’άλλη πόρτα.

 

Κάλαντα των Φώτων :

 

Σήμερα τα Φώτα και οι φωτισμοί,

Κι  χαρές μεγάλες και αγιασμοί,

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,

Ειν’η Παναγιά η Δέσποινα,

Με το θυμιατήρι στα δάχτυλα,

Και τον Αη Γιάννη παρακαλεί

-άγιε  μου Γιάννη και Πρόδρομε,

Δύνασαι να βαπτίσεις Θεού παιδί;

-Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ

Και τον κύριο μου παρακαλώ.

Αύριο θ’ανέβω στους ουρανούς,

Να καταπατήσω τα είδωλα,

Να καταθυμιάσω τους Ουρανούς,

Κι’ύστερα να έρθω στη γη,

Να βαφτίσω Θεού Παιδί,

Να το  βγάλω Δρόσο και Λίβανο,

Να αγιαστούν οι βρύσες με τα νερά,

Ν’αγιασθεί κι αφέντης με την κυρία.

 

Απόκριες

Τις γιόρταζαν, όπως τις γιορτάζουμε και εμείς σήμερα, έκαναν πίτες και γλυκά. Όλο το χωριό και προπάντων τα παιδιά, διασκέδαζε με την τράτα. Αυτό το έθιμο είχε έρθει από τη Μικρά Ασία.

 Η τράτα ήταν το πλήρωμα ενός αλιευτικού συγκροτήματος. Ντύνονταν όλοι ομοιόμορφα, συνήθως όμως με κατάσπρα ρούχα. Έμπαιναν σε δύο παράλληλες σειρές , σε απόσταση η μια από την άλλη 2-3 μέτρα. Τα ακραία σημεία έκλειναν με άλλα δύο άτομα που σχημάτιζαν ένα ορθογόνιο, δηλαδή το αλιευτικό του πλοίο. Όλοι κρατούσαν ένα  χοντρό σχοινί που  τους ένωνε περιμετρικά. Ο καθένας απ΄αυτούς είχε κάποιο ρόλο. Ένας κρατούσει κυάλια για να καλάρει τον καιρό, άλλος μεγάλο κογχύλι για τον ήχο του καραβιού, άλλος καλάθια για τα ψάρια και πολλά άλλα.

 Περπατούσαν στον δρόμο  φωνάζοντας «έριμ’γιάλα, ίσαμ γιάλα» και τραγουδούσαν μικρασιάτικα τραγούδια κυρίως. Βαδίζοντας στον δρόμο αντάλλασαν ευχές με τους κατοίκους των χωριών που επισκέπτονταν, οι οποίοι τους κερνούσαν κρασί μαζί με κάποιο μεζέ.

Άγιος Παντελεήμονας

Αν και το χωριό είναι  κοντά στη θάλασσα, ωστόσο οι κάτοικοι έκαναν μπάνιο τρεις φορές  τον χρόνο, μια στο πανηγύρι της Αγίας Περάμου στις 15 Αυγούστου, μια στο πανηγύρι της Αγίας Ηρακλείτσας στις 23 Αυγούστου και μια Τρίτη του Αγίου Παντελεήμονος. Από το βράδυ της Παραμονής του Αγίου Παντελεήμονος όλο το χωριό άδειξε. Άφηναν το σπάσιμο του καπνού και ότι άλλες δουλειές είχαν, τακτοποιούσαν τα ζώα που θα έμεναν στο σπίτι και έφευγαν για τη θάλασσα. Κυρίως πήγαιναν στην άσπρη άμμο ( αμμόλοφος)  και στις ελιές, εκεί που είναι σήμερα οι κατασκηνώσεις της Μητρόπολης. Μαζί τους κουβαλούσαν ψάθες,στρωσίδια, σκεπάσματα, φαγητά, νερό, γραμμόφωνα, γκάιντα και ακορντεόν. Όλη τη νύχτα, έμεναν εκεί χορεύοντας, τρώγοντας, τραγουδώντας και κολυμπώντας περνούσαν οι ώρες. Όταν πια έφτανε το ξημέρωμα, έπαιρναν όλοι ένα βιαστικό ύπνο και με την ανατολή του ήλιου σηκώνονταν για να συνεχίσουν  το ίδιο γέντι. Έκαναν μπάνιο τότε, για όλο το χρόνο. Σαν άρχισε να νυχτώνει, φόρτωναν πάλι στα ζώα την πραμάτια και κατακόκκινη από την άρμη της θάλασσας και τον ήλιο ξαναγύριζαν στο χωριό. Επέστρεφαν όλοι μαζί φορτωμένοι πάνω σε κάρα και άλλοι ανεβασμένοι πάνω σε γαιδουράκια. Την άλλη μέρα η ζωή στο χωριό κυλούσε σαν πρώτα.

 Ήταν ένα ωραίο έθιμο, γιατί δινόταν μια ευκαιρία να βρεθούν σχεδόν όλοι οι χωριανοί στο ίδιο μέρος, σε μια χαρούμενη και διασκεδαστική ημέρα. Έτσι, γνωρίζονταν μεταξύ τους καλύτερα, ενώνονταν και μεγάλωνε ανάμεσα τους η αγάπη. Εκείνα τα χρόνια εκκλησιασμός εκτός Κυριακής δε γινόταν. Το έθιμο συνεχιζόταν μέχρι το 1960. Ύστερα, σιγά-σιγά άρχισε να σταματά. Πρώτη αιτία ήταν ο πνιγμός ενός εικοσιδιάχρονου παλικαριού, του Στέργιου.Εκείνη την ημέρα όλοι γύρισαν από τη θάλασσα στεναχωρημένοι και  λυπημένοι, γιατί το συμβάν είχε γίνει μπροστά στα μάτια τους. Από’κει και ύστερα, άρχισαν να μην το ακολουθούν το έθιμο όλοι οι χωριανοί. Μετά από λίγα χρόνια, εξαιτίας της εμφάνισης των αγροτικών αυτοκινήτων, σταμάτησε τελείως το έθιμο. Ο καθένας είχε το αυτοκίνητο του και πήγαινε όποτε ήθελε, έκανε το μπάνιο του και ξαναγύριζε στο χωριό.

Πρωτομαγιά

Αυτή τη μέρα οι γυναίκες σηκωνόταν πρωί-πρωί. Άρμεγαν τις αγελάδες ή τις κατσίκες και όσο γάλα έβγαζαν εκεινή την μέρα το μοίραζαν σ’αυτούς που δεν είχαν. Μετά τάιζαν τα ζώα τους με κάτι ξεχωριστό και τα περιποιούνταν με ιδιαιτέρως. Έπειτα, τα παιδιά έπαιρναν τα ζώα και τα έβγαζαν στη βοσκή. Το βράδυ γύριζαν όλα με ένα πολύχρωμο στεφάνι περασμένο στα κεφάλια τους. Σε διασκέδαζαν, γιατί κάθε  ζώο προσπαθούσε να φάει το στεφάνι του άλλου. Εσένα όμως σου φαίνονταν ότι έπαιζαν. Τα σπίτια γέμιζαν και αυτά πολύχρωμα στεφάνια, άλλα  ήταν κρεμασμένα στις πόρτες και άλλα στους τοίχους, που τα έκαναν μόλις ξημέρωνε οι γυναίκες και τα παιδιά κόβωντας λουλούδια από τους κήπους.

 Οι ελιές και οι ανοιχτοί χώροι του χωριού γέμιζαν από νέους και από νέες που τραγουδούσαν και χόρευαν, ενώ τα παιδιά, αφού χόρταιναν  πρώτα να κόβουν λουλούδια  και να φτιάχνουν στεφάνια περνούσαν την υπόλοιποι μέρα τους παίζοντας σανιδοκούνιες.

Τα γενέθλια του Αγίου Ιωάννη

Μια μέρα πριν, σ’όλες τις γειτονιές άναβαν φωτιές και πηδούσαν μικροί και μεγάλοι πάνω από αυτές, για να «καούν οι ψύλοι». Λένε ότι το έθιμο επικράτησε από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε ο Πρόδρομος στην Ορεινή της Παλαιστίνης. Η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφτηκε την Ελισάβετ και έμεινε κοντά της τρεις μήνες. Όταν όμως θα έφευγε πάλι απόγια την Ναζαρέτ, ρώτησε « Πώς θα μάθω ότι γέννησες;» Τότε η  Ελισάβετ  της υποσχέθηκε ότι θα ανάψει φωτιά στην κορυφή του βουνού. «Άμα δεις τη φωτιά, να ξέρεις ότι γέννησα». Από τότε ανάβουν φωτιές, για να υπενθυμίζουν τη γέννηση του Μεγάλου Προφήτη, που ήρθε να προετοιμάσει τις ψυχές των ανθρώπων, για να δεχθούν τον αναμενόμενο Μεσία. Στις φωτιές αυτές, έκαιγαν τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς και τα λουλούδια από τον Επιτάφιο.

Των Ταξιαρχών

Γιορτάζει το χωριό στις 8 Νοεμβρίου. Κάθε χρόνο οι χωριανοί σφάζουν ζώα, τα μαγειρεύουν σε ένα μεγάλο καζάνι έξω από την εκκλησία, αυτό είναι το κουρμπάνι. Πιο παλιά έστρωναν μεγάλα τραπέζια και έτρωγαν όλοι μαζί, αργότερα εξαφανίστηκε αυτό και βγάζουν το « κουρμπάνι» σε πλειστηριασμό σε μικρά-μικρά κομμάτια για να φτάσει σε όλο το χωριό. Επίσης, λένε ότι το βράδυ δεν πρέπει να αφήνεις τίποτα έξω, γιατί οι Ταξιάρχες γυρνάν και αν βρουν κάτι που ανήκει σε κάποιον, το παίρνουν μαζί τους και αργότερα παίρνουν και αυτόν τον ίδιοστον ουρανό. Έτσι, οι Λευτεριανοί δεν αφήνουν τίποτα έξω τη νύχτα.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου (Στη Νέα Πέραμο)

Τα παιδιά από τον Ιούνιο έκοβαν ίσιες λυγαριές τις οποίες πουλούσαν αρχές Αυγούστου στους γύφτους, που τις έκαναν καλάθια. Τα χρήματα, πολύ λίγα, που έπαιρναν τα κρατούσαν για το πανηγύρι. Πρωί-πρωί το Δεκαπενταύγουστο ολόκληρα καραβάνια από Λευτεριανούς ξεκινούσαν για την Πέραμο.Έπαιρναν μαζί τους ψωμί, φαγητό και καμιά κουρελού για να κάτσουν αργότερα πάνω.Μετά την εκκλησία έστρωναν κάτω από τα πεύκα ή στην ακροθαλασσιά και έτρωγαν. Ύστερα γυρνούσαν πέρα-δώθε ή  πήγαινα όπου είχε όργανα για να παρακολουθήσουν αυτούς που χόρευαν. Τα παιδιά έτρεχαν να ξοδέψουν τα χρήματα τους. Ψώνιζαν κασσάτο παγωτό, σφυρίχτρες, φλογέρες, δαχτυλίδια, βραχιόλια και καραμέλες. Το απόγευμα έκαναν βαρκάδα, βουτούσαν στην θάλασσα για ένα μπάνιο και με το  ηλιοβασίλεμα γύριζαν στο χωριό. Δεν είχαν όμως μαγιό. Γι’αυτό οι άντρες κολυμπούσαν με ένα εσώρουχο τους και οι γυναίκες με την πουκαμίσα, την οποία την έπιαναν από κάτω με μια παραμάνα για να μην τις έφευγε  μόλις έμπαιναν στην θάλασσα.

 Το πανηγύρι αν και διασκεδαστικό ήταν πολύ κουραστικό, γιατί πήγαιναν με τα πόδια στην Πέραμο και ολη την μέρα βρίσκονταν σε κίνηση. Όμως δεν τους ένοιαζε τόσο πολύ η κούραση. Ήταν ευκαιρία να δουν τους συγγενείς τους απ’άλλα χωριά, τους γνωστούς τους, τους φίλους τους, καθώς μάθαιναν και νέα τους.

Τα εννιαήμερα της Παναγίας (Νέα Ηρακλείτσα)

Είναι το πανηγύρι που γίνεται στις 23 Αυγούστου. Λέγεται ότι η εικόνα που βρίσκεται μέσα στην εκκλησία είναι του Ευαγγελιστή Λουκά. Σ’αυτήν την εκκλησία έφερναν αρρώστους για να γίνουν  καλά. Στον μέσον υπήρχε μια χοντρή αλυσίδα που έδεναν κυρίως τους δαιμονισμένους. Τους κρατούσαν εκεί 40 μέρες και έφευγαν τελείως θεραπευμένοι. Και εδώ τα ίδια καραβάνια από το χωριό και τα ίδια πήγαινε-έλα με αυτό της Νέας Περάμου. Μετά τη Θεία Λειτουργία, βόλτες, μπάνιο και ψώνια των παιδιών.

 Η Ύψωση  του Τιμίου Σταυρού

Αυτό το πανηγύρι γινόταν στο Παγγαίο, στο παλαιότερο μονστήρι, στην Εικοσιφοινίσσα. Ξεκινούσαν μεσάνυχτα της προ παραμονής με τα πόδια. Σ’ένα γαιδουράκι φόρτωναν κουρελούδες και χράμια, τα φαγητά τους και κάθονταν πότε το ένα πότε το άλλο τα μικρότερα παιδιά. Τα ξημερώματα τους έβρισκε ο δρόμος προς το Παλαιοχώρι. Απο’κει και πέρα είχαν τρεις ώρες ποδαρόδρομο για να φτάσουν στο μοναστήρι. Όταν έφταναν, τακτοποιούνταν στους ξενώνες όλοι οι προσκηνυτές. Ανήμερα της γιορτής στις 14 Σεπτεμβρίου,μετά την Θεία Λειτουργία έτρωγαν τη νηστήσιμη και παραδοσιακή φασουλάδα  και έπειτα επέστρφαν στα σπίτια τους.

Μεγάλη Πέμπτη

Όπως συμβαίνει και σήμερα έβαφαν κόκκινα αυγά. Έβαζαν πρωι πρωί έξω από το σπίτι ένα κόκκινο πανί. Με την μπογιά από το βάψιμο των αυγών έβαφαν στο κεφάλι και στη ράχη τα μικρά ζώα του σπιτιού, τα κατσίκια και τα αρνάκια. Πήγαιναν όλοι οι χωριανοί την Μεγάλη Εβδομάδα στην εκκλησία. Το βράδυ μετά την ακολουθία των 12 Ευαγγελίων, κάθονταν οι γυναίκες να ξενυχτύσουν τον Χριστό. Τη νύχτα τραγουδούσαν το μοιρολόι της Παναγίας « Σήμερα, μαύρος ουρανός,σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται..», έλεγαν και άλλα. Οι ανύπαντρες κοπέλες έπρεπε να στολίσουν τον επιτάφιο με λουλούδια που έφερναν από τους κήπους τους.

Για τη Σταύρωση

Τώρα Μεγάλη Σαρακοστή, τώρα μεγάλες μέρες, τώρα λένε το άγιος ο Θεός και τ’άγιο Κυρ’ελέησον. Όποιος το λέει σηκώνεται και όποιος το ακούει αγιάζει κι όποιος το καλοφηγκραστεί, Παράδεισο θα λάβει. Παράδεισο και Λευτεριά κάτω στο μοναστήρι. Εκεί δενδρί δεν ήτανε, δενδρί  ξεφανερώθη. Η ρίζα ήταν ο Χριστός και οι κλώνοι οι άγγελοι και τα περικλωνάρια του οι Δώδεκα Απόστολοι. Η Παναγία η Δέσποινα καθόταν μοναχή της, την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της. Ακούει βροντές και αστραπές και ταραχές μεγάλες. Βγαίνει στην πόρτα για να δει,στη γειτονιά να μάθει. Βλέπει τον ουρανό θαμπώ και τα άστρα βουρκωμένα και το φεγγάρι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.Βλέπει ζερβά, βλέπει δεξιά, βλέπω απάνω κάτω, βλέπει τον Γιάννη ν’έρχεται δαρμένος και κλαμένος, βαστάει και στο χεράκι του μαντήλι ματωμένο,βαστάει και από το άλλο του μαλλιά από την κεφαλή του.

-Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριανεστάζεις; Ο δάσκαλος σε έδειρε για το χαρτί σου’χασες;

-Δεν έχω στόμα να σα πω, γλώσσα να σου μιλήσω, δεν εχω σίδερο καρδιά να σε το μολογήσω.

-Σου δίνω στόμα να μου πεις, γλώσσα να μου μιλήσεις.Σου δίνω σίδερο καρδιά να μου το μολογήσεις.

-Νε δάσκαλος μου μ’έδειρε, νε το χαρτί μου το΄χασα. Τον δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι  Εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά και τρισκαταραμένοι. Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε και στου Πιλάτου την αυλή, εκεί τον τυραννάνε.

 Σαν τ΄άκουσε η Παναγία, έπεσε και λιγώθη. Στάμνες νερό την πειρχνούν,τρία κανιά του μόσχου, τέσσερα του ροδόσταμου, ώσπου να συνεφέρει. Αν πήρε και συνέφερε, αυτόν τον λόγο λέγει :

-Φωνάξ΄τε Μάρθα και Μαρία και του Λαζάρου μάνα και του Προδρόμου τη μάνα, την Αγία Ελισάβετ να πάνε να τον ευρούνε, πριν μου τον σταυρώσουν,πριν να του βάλουν τα καρφιά και μου τον θανατώσουν.

Παίρνουν το δρόμο, το δρομί δρόμο το μονοπάτι, το μονοπάτ’ τις έβγαλε στου τσιγγανέ την πόρτα.

-Ώρα καλή τσιγγάνε και τι’ναι η μαστοριά σου;

-Εβραίοι με παραγγείλανε καρφιά για να τους κάνω, κείνοι μου’παν τέσσερα και γω τους κάνω πέντε. Τα δύο να μπουν στα χέρια του και τα δύο στα γόνατα του, και το πέμτο το φαρμακερό να μπει  μες τη καρδιά του, να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.

 Σαν τ’άκουσε η Παναγιά, έπεσε και λιγώθη. Στάμνα νερό την περιχούν, τρία κανιά του μόσχου, τέσσερα του ροδόσταμου, ώσπου να συνεφέρει. Σαν ήυρε και συνέφερε αυτόν τον λόγο είπε :

-Ανάθεμα σε τσιγγάνε,εσύ και τα παιδιά σου, εσύ και η γυναίκα σου και όλη η συντροφιά σου. Πουκάμισο στην πλάτη σου ποτέ μην αποκτήσεις, ψωμί στο ψωμοσάνιδο ποτέ μην αποκτήσεις.

 Παίρνουνε το δρόμο, το δρομί, δρόμο το μονοπάτι, το μονοπάτ’τις έβγαλε στου παλατιού την πόρτα. Βλέπουν την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα και τα ψηλά παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα. Οι πόρτες απ’τον φόβο τους ανοίγουν μοναχές τους. Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, βλέπει απάνου, κάτου, κανέναν δεν εγνώρισε, μόνο τον Άγιο Γιάννη.

-Για έλα, πες μου, Γιάννη μου, που ειν’ο δάσκαλος σου; Που είναι σου ο δάσκαλος και ο μονογενής σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω, δεν έχω σίδερο καρδιά καρδιά να σου το μολογήσω.

-Σου δίνω στόμα να μου πεις, γλώσσα να μου μιλήσεις,σου δίνω σίδερο καρδιά να μου τ’ομολογήσεις.

-Βλέπεις εκείνον τον γυμνό και τον ξεμαλλιάρη, πώχει και στο κεφάλι του αγκάθινο στεφάνι; Κείνος είναι ο γιόκας σου και  μένα ο δάσκαλος μου.

 Σαν τ’άκουσε η Παναγιά, έπεσε και λιγώθη. Στάμνα νερό την την εριχνούν,τρία κανιά του μόσχου,τέσσερα του ροδόσταμου,ώσπου να συνεφέρει. Σαν πήρε και συνέφρε, αυτόν τον λόγο λέει :

-Που να’βρω αργυροψάλιδο να κόψω τα μαλλιά μου;

Τότε απολογήθει ο Χριστός- « Μάνα μ’...σαν κόψεις τα μαλλιά σου εσύ, τα κοφτ’ όλος ο κόσμος, Μάνα μ’ αν καρφωθείς εσυ,καρφώνετ’όλος ο κόσμος.Σύρε μάνα μ’σπίτι μας, σύρε στ’αρχοντικό μας, βάλε κρασί μεσ’το γυαλί κι αφράτο παξιμάδι.και κάνε την παρηγοριά να την ευρ’ο κόσμος όλος  και κάτσε και μακάρισε τον μονογενή σου να τω βρουν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες, να το βρουν και οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες. Μέσα στο Μεγάλο Σάββατο θα σημάνουν οι καμπάνες, τότε και συ μανούλα μου να’χεις χάρες μεγάλες».

(Δεν θυμόταν άλλα)

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1601
Έτος καταγραφής
2003-04
Επώνυμο
Θεοχαρίδου
Όνομα
Μαρία