Τελετουργίες από ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
“ Από παλιά το Δωδεκαήμερο γιορτάζονταν αλλιώς από τους Πόντιους και αλλιώς από τους Θρακιώτες. Με το πέρασμα των χρόνων όμως όλα αυτά είχαν συμπτυχθεί και όλοι το γιόρτασαν το ίδιο. Οι πόντιοι γιορτάζουν τα Χριστούγεννα θρησκευτικά και κοινωνικά επηρεασμένα από τη χριστιανική θρησκεία με αρκετά στοιχεία ειδωλολατρίας. Φανερά δείχνουν την πίστη τους πως όλα εξαρτώνται από το θεό, πως ένας καινούργιος κόσμος γεννιέται χαρούμενος και καλόκαρδος με ελπίδες και προσδοκίες. Αυτό Διακρίνεται από τα ποντιακά κάλαντα, τα οποία μοιάζουν αρκετά με τα ελληνικά τα σημερινά κάλαντα. Από τα έθιμα των φώτων φαίνεται η πίστη ότι με τον αγιασμό των φώτων εξαφανίζονται τα κακά πνεύματα και ότι η φύση αγιάζεται μετά των “υδάτων”.
Αρχικά, έχουμε την δοξασία των Μαϊσάδων, των μαγισσών δηλαδή. Καθ’όλη την διάρκεια του Δωδεκαημέρου εμφανίζονται οι “μαϊσάδες”, οι “περήδες”, τα “πίζηλα” τα λεγόμενα, οι “Αράπ”, οι καλικάντζαροι όπως λέγονται στο πανελλήνιο. Για αυτό, επειδή αυτά τα κακά πνεύματα μπορούσαν να βλάψουν τους ανθρώπους δεν ήταν σωστό να βγαίνει κανείς έξω τις νύχτες, ούτε να ρίχνει νερό έξω τα βράδια. Μέσα στο Δωδεκαήμερο δεν γίνονταν ούτε γάμοι, ούτε βαφτίσεις παρά μόνο όταν υπήρχε απόλυτη ανάγκη. Υπήρχε η αντίληψη ότι αν σου εμφανιζόταν το κακό πνεύμα και ακούγεται τη φωνή σου, σου την έπαιρνε. Τα όνειρα δεν έβγαιναν, γι’αυτό και οι καλοί άνθρωποι και οι καλοί χριστιανοί δεν έβλεπαν όνειρα εκείνες τις ημέρες.
Την παραμονή των Χριστουγέννων σε κάθε σπίτι όλοι καταγίνονταν με προετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή. Έβγαζαν τα γιορτινά τους ρούχα από τα σεντούκια και ετοίμαζαν τα φαγητά. Όλοι οι φούρνοι άναβαν και ετοίμαζαν τα «χριστόψωμα». Τα παιδιά έψαλλαν τα γνωστά στο Πανελλήνιο κάλαντα. Στα πολύ παλιά χρόνια έψαλλαν βυζαντινά άσματα ή το απολυτίκιο των Χριστουγέννων.
Το βράδυ με το κτύπημα της καμπάνας έβαζαν στο τζάκι «σόχωνον», το «Χριστκούρ» ένα μεγάλο κούτσουρο, για να διατηρείται άσβεστη η φωτιά κατά τις 3 μέρες των Χριστουγέννων. Ανήμερα τα Χριστούγεννα άρχιζαν τα γλέντια, τα τραγούδια και οι χοροί που κρατούσαν για τρεις μέρες. Οι χοροί γίνονταν στην πλατεία του χωριού, έπαιρναν μέρος όλοι οι χωριανοί, οι γυναίκες, άντρες, κορίτσια, παιδιά. Στη μέση του μεγάλου κύκλου του χορούμ στήνονταν το τραπέζι με τους μεζέδες και το ρακί που έφερναν και στόλιζαν όλες οι γειτόνισσες. Στο τραπέζι κάθονται ο λυρατζής και οι γέροι οι «μειζοτές τι χωρί», που σιγοπίνανε.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς από νωρίς ετοίμαζαν οι νοικοκυρές τα τρίγωνα, τα καλάθια και ότι άλλο είχαν. Από βραδύς στόλιζαν το τραπέζι με ξηρούς καρπούς, με φρούτα και με «όλια τα καλωσύνιας και του Θεού τας ευλογίας». Την ώρα του δείπνου ο νοικοκύρης του σπιτιού «εκαλλαντίαζεν τα’ ασπρί» σκόρπιζε διάφορα τραγήματα, λεφτόκαρα, καρύδια, τσαμίνσια και άλλα πολλά λέγοντας «Αμάν ντο ρούζνε αούτα τα καλά αέτσ’ πα να ρούζνε απέσ’ς σο σπιτ’ ν’εμούν του Θεού τας ευλογίας». Μετά ακολουθούσε το καλλαντίασμαν του νοικοκυρ’ με το «καλαντοκούρ» που ήταν συνήθως ένα κλαδί καρυδιάς. Το καλλαντίαζεν κάποιο από τα παιδιά του σπιτιού λέγοντας την ευχή «εξάλβαμε ας σην κακοχρονίαςν» του έδινε το καλοντοκούρ και του φιλούσε το χέρι. Ο νοικοκύρης συνήθως ο πάπου με τη σειρά του, του έδινε ένα καλό φιλοδώρημα. Από το βράδυ τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έψαλλαν τα κάλαντα. Το ίδιο βράδυ έβγαιναν τα ποντιακά καρναβάλια τα λεγόμενα «Μωρογέρια» ή «Κατσαμάνια».
Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς ήταν πολλά και οι δοξασίες για τον καινούριο χρόνο ανεξάντλητες. Βασικά πίστευαν ότι κάποια γεγονότα που συνέβαιναν την Πρωτοχρονιά μπορούσαν να επιδράσουν πάνω στη ζωή των ανθρώπων σ’όλη τη χρονιά. Η πρωτοχρονιά ήταν μία από τις μεγάλες γιορτές του χρόνου. Ένα βασικό έθιμό ήταν το καλαντόνερο και το καλάντιασμα του νερού. Τα μεσάνυχτα της πρωτοχρονιάς καλάντιαζαν το πεγάδ’.
Πήγαιναν δώρα, μήλα, πορτοκάλια, καρύδια και τα άφηναν πάνω στη βρύση ή τα έριχναν μέσα στη δεξαμενή ή στο ποτάμι και έπαιρναν το πρώτο του, το «καλαντόνερο». Η κοπέλα που πήγαινε να φέρει το «καλαντόνερο» δεν επιτρεπόταν να γυρίσει πίσω το κεφάλι της, ούτε και μιλούσε μέχρι να φτάσει σπίτι, γιατί οι «»μαϊσάδες μπορούσαν να της πάρουν την φωνή της. Από το φόβο τους καμιά φορά παθαίνανε και κανένα κακό. Το καλαντόνερο ήταν κατά κάποιο τρόπο αγιασμός. Με το καλαντόνερο νίβονταν και έπιναν και λίγο για το καλό του χρόνου. Τα κορίτσια έβρεχαν τα μαλλιά τους με αυτό για να μεγαλώσουν και να είναι μακριά. Το καλαντόνερο μαζί με αγιασμένο νερό των Φώτων αποκτούσε φαρμακευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες.
Την Πρωτοχρονιά για το καλό του χρόνου, για το καλό ποδαρικό έβαζαν στο σπίτι ένα άσπρο αρνί ή ένα μικρό μοσχάρι, που πάνω στα κέρατά του έσπαζαν ένα «τριγών» για καλαντίασμαν. Σε μερικά μέρη έφερναν στην πόρτα του σπιτιού ένα μικρό αγόρι. Και αυτό για το καλό το γούρι. Την πρωτοχρονιά δεν έπρεπε να κοιμάται κανείς γιατί θα κοιμόταν όλη τη χρονιά. Κανείς δεν έπρεπε να κλαίει την πρωτοχρονιά γιατί θα έκλαιγε όλη τη χρονιά. Επίσης όλοι οι συγγενείς ιδιώς οι μικροί στην ηλικία πήγαιναν και χαιρετούσαν τους μεγαλύτερους , οι νύφες τους πεθερούς και τις πεθερές και οι κόρες τις μητέρες.
Τα θρακιώτικά έθιμα διέφεραν από τα ποντιακά. Στις 23 Δεκεμβρίου, στα Γεννητούρια της Παναγίας, το βράδυ η νοικοκυρά «έπιανε το προζύμι» στην ξύλινη σκάφη. Ξημερώματα της παραμονής των Χριστουγέννων ξυπνούσε όλη η οικογένεια. Η νοικοκυρά ζύμωνε και έψηνε τις φουσκίτσες (λουκουμάδες). Τις έτρωγαν πασπαλισμένες με ζάχαρη. Μόλις ξημέρωνε τα παιδιά της οικογένειας μοίραζαν φουσκίτσες σε όλη τη γειτονιά. Το απόγευμα τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα. Είχαν μαζί τους και μια κλωστή για να περνούν τις δεκάρες και τις εικοσάρες που τους έδιναν.
Την παραμονή οι νοικοκυρές έφτιαχναν πολλά γλυκά, όπως μπακλαβά, σαραγλί και κουραμπιέδες, ενώ την παραμονή της πρωτοχρονιάς στο μεγάλο σινί (είδος ταψιού) την γλυκιά βασιλόπιτα. Πριν την ψήσουν την έκοβαν, με πολύ τέχνη, κομμάτια σε σχήμα λουλουδιού. Το βράδυ έστρωναν το γιορτινό τραπέζι. Επάνω έβαζαν όλα τα «καλούδια». Φαγητά, γλυκά, φρούτα, λεφτά και φέτες καρπουζιού, που το είχαν κρατημένο μέσα στα άχυρα από το καλοκαίρι.
Η νοικοκυρά θύμιαζε το τραπέζι και ο νοικοκύρης σταύρωνες τρεις φορές και έκοβε τη βασιλόπιτα. Όταν τελείωνε το φαγητό, δεν μάζευαν τίποτε πάνω από το τραπέζι. Η σόμπα έμενε αναμμένη και η πόρτα ξεκλείδωτη, Τη νύχτα θα ερχόταν ο Αη – Βασίλης και έπρεπε να βρει φαγητό και ζεστασιά. Το απόγευμα της πρωτοχρονιάς τα παιδιά πήγαιναν το «κουλήκη» (τσουρέκι) στη νονά τους και στη μαμή. Τη δεύτερη μέρα της πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά έβαζε πίσω από την πόρτα την σκούπα και επάνω καθόταν τα παιδιά φωνάζοντας « -κλο –κλο -κλο». Αυτό γινόταν για να κλωσήσουν οι κότες τα αυγά και να βγάλουν πολλά πουλάκια. Τα έθιμα για του καλικαντζάρους και το ποδαρικό είναι τα ίδια με σήμερα και παλιά.
Οι Πόντιοι σαράντα μέρες πριν τα Χριστούγεννα έτρωγαν νερόβραστα φαγητά, πατάτες (κορτοφάα), φασόλια, φακές και (πατίτσας) ξεραμένα φασολάκια. Αν τύχαινε κάποιος να φάει στο διάστημα της νηστείας έλεγαν γι’αυτόν ότι αμάρτησε.
Ένα ακόμη έθιμο της Θράκης είναι το σούρβισμα. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, πολύ πρωί, οι νέοι τηρούσαν το έθιμο, όπου τα παιδιά μ’ένα χλωρό κλαδί κρανιάς στο χέρι, σούρβιζαν με τη σούρβα τη ράχη του νοικοκύρη και των δικών του. Άλλα έθιμα που συνηθίζονταν παλιά ήταν η βασιλόπιτα, τα εννιά φαγητά, οι τζαμάλες-καμήλα, βρεξούδια, τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα, τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, τα οποία εξιστορούν έθιμα παλιά. Εκτός από τα θρακιώτικά έθιμα υπάρχουν και τα Μπογιαλικιώτικά έθιμα, τα οποία είναι πιο πολύ τα κάλαντα, όπως το σήκου σήκου ου αφέντη μ’, Χριστός δω μέσαμ Χριστούγενν Πρωτούγεννα, ευχή, Χριστός γεννιέτι χαρά στουν κόσμου και εβγάτι διέτι μαθιτί.
Με το πέρασμα των χρόνων όμως κάποια από αυτά τα έθιμα έχουν χαθεί, ενώ άλλα κρατούν ακόμη και στη Θράκη, αλλά και στον Πόντο, στους Πόντιους».
( πηγή: Ξενίδης Δημήτριος)
«Η αποκριά είναι γιορτή συνδεδεμένη με το φαγητό, το τραγούδι και το κέφι. Όλα τα αποκριάτικα έθιμα έχουν σκοπό να διασκεδάσουν τους ανθρώπους. Η αποκριά είναι γιορτή πολυήμερη και καθαρά οικογενειακή. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι τα καρναβάλια. Άντρες, γυναίκες και παιδιά ντύνονταν καρναβάλια με ότι πιο πρόχειρο και αστείο έβρισκαν. Ντύνονταν γύφτοι, τσιγγάνες, γριές, καουμπόηδες. Πήγαιναν στα σπίτια, τραγουδούσαν και χόρευαν και έπαιζαν αυτοσχέδιο θέατρο. Οι πόρτες ήταν όλες ανοιχτές, οι νοικοκυρές τους καλοδέχονταν, έπαιρναν και εκείνες μέρος στα γλέντια και στα πειράγματα και πρόσφεραν αποκριάτικο χαλβά, ξερά σύκα και δαμάσκηνα.
Πολλοί άντρες κρατούσαν μεγάλα κέρατα ζώων γεμάτα με στάχτη. Όποιον συναντούσαν στον δρόμο τον στάχτωναν. Στο τέλος όλα τα καρναβάλια κατέληγαν στην πλατεία και εκεί συνέχιζαν το χορό και το τραγούδι. Την τσικνοπέμπτη οι νοικοκυρές όλη τη μέρα μαγείρευαν και τσίκνιζαν τα φαγητά τους. Το βράδυ μαζεύονταν πολλές φιλικές οικογένειες σε ένα σπίτι και έτρωγαν και γλεντούσαν όλοι μαζί.
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Τυροφάγου, οι νοικοκυρές έφτιαχναν τυρόπιτες και καρυδόπιτες με σιρόπι. Το βράδυ αφού έτρωγαν έδεναν σ’ένα σκοινί ένα κομμάτι αποκριάτικο χαλβά. Ο πατέρας της οικογένειας το γυρνούσε γύρω γύρω και τα παιδιά με τα χέρια να πιάσουν το χαλβά. Αυτή ήταν «η χάσκα», το αποκριάτικο αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών.
Την τελευταία Κυριακή το βράδυ τα καρναβάλια δεν γυρνούσαν στα σπίτια. Όλοι έμεναν στα σπίτια τους και περίμεναν να έρθουν οι κουμπάροι. Έφερναν μαζί τους νηστήσιμα φαγητά και ζητούσαν «συγχώρεση», γιατί την άλλη μέρα Καθαρή Δευτέρα άρχιζε η νηστεία. Το πρωί της καθαροδευτέρας όλες οι νοικοκυρές έβγαζαν τους τεντζερέδες τους έξω στο πηγάδι. Τους καθάριζαν καλά με άμμο για να φύγουν τα λίπη, ενώ οι άντρες πήγαιναν στα καφενεία, γλεντούσαν και μουτζουρώνονταν από τις μουτζούρες της σόμπας.
Όσες κοπέλες ήθελαν, νήστευαν τρεις μέρες. Κρατούσαν «»το τριήμερο». Την Τετάρτη πήγαιναν στην εκκλησία και κοινωνούσαν. Οι μητέρες ετοίμαζαν στο σπίτι το τραπέζι με νηστήσιμα φαγητά (κομπόστα, τσιλ-χαλβά, καφέ, χαλβά με φιστίκια), ταραμά κι έτρωγαν όλοι μαζί και οι γείτονες.
Του Αγίου Θεοδώρου οι γυναίκες πήγαιναν σιτάρι στην εκκλησία. Το διάβαζε ο παπάς και το έπαιρναν οι κοπέλες. Έβαζαν το βράδυ κάτω από το μαξιλάρι τους μερικά σπυριά για να δουν στον ύπνο τους το παλληκάρι που θα πάρουν, που θα παντρεύονταν.
Για τους Πόντιους ο Φεβρουάριος, ο μήνας της αποκριάς λέγεται Κούντουρος, γιατί πίστευαν ότι έχει κοντή ουρά. Ακόμη, του έδιναν και την ειρωνική ονομασία «Κούτσουρος», επειδή το τέλος του ήταν κουτσουρεμένο. Πίστευαν πως κατά το μήνα, θερμότητα από εφτά φούρνους έμπαινε μέσα στην παγωμένη γη και έτσι άρχιζαν να λιώνουν τα χιόνια.
Όλες τις γιορτές του μήνα τις σέβονταν και τις φύλαγαν πολύ. Τον Άγιο Τρύφωνα τον τιμούσαν πολύ και πίστευαν ότι προστατεύει τα σπαρτά από τις καταστροφές και τις θεομηνίες. Στην γιορτή της Υπαπαντής κρατούσαν αυστηρή αργία. Η γιορτή της υπαπαντής γιορταζόταν με χαρές και γλέντια. «Τ’Αΐ-Βλασί» τιμούσαν με αυστηρή αργία του Αγίου Βλασίου, για να μη γεννηθούν παιδιά ή ζώα με ελαττώματα.
Με αργία επίσης γιορταζόταν στις 24 Φλεβάρη η γιορτή της εύρεσης της κεφαλής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Πίστευαν ότι από την μέρα αυτή άρχιζαν να ανεβαίνουν οι χυμοί των δέντρων και των φυτών από τις ρίζες στις κορυφές. Τις τελευταίες οκτώ ή εννιά μέρες του Φλεβάρη μαζί με τις πρώτες εννιά μέρες του Μάρτη τις έλεγαν «Λυκοχάτζα» και τις θεωρούσαν πολύ επικίνδυνε, επειδή γινόταν το ζευγάρωμα της Λύκαινας. Το θηλυκό μοσχαράκι που θα γεννιόταν το μήνα αυτό θα το ονόμαζαν «Κουντούρα».
Γενικά τον Φλεβάρη τον θεωρούσαν τον μήνα της γρουσουζιάς και καμία σπουδαία δουλειά δεν άρχιζαν.
Οι Θρακιώτες γιόρταζαν λίγο διαφορετικά την αποκριά. Οι γιορτές αυτές κρατούσαν τρεις βδομάδες, όσες και το Τριώδιο. Είχαν μεγάλη ομοιότητα με τις διονυσιακές τελετουργίες των αρχαίων Θρακών, γεγονός που υποδηλώνει τη μακραίωνη ιστορία τους, όπως μας διαβεβαιώνουν και οι Θρακιώτες του χωριού. Τα γνωστά καρναβάλια στη Θράκη λεγόντουσαν «τζαμάλες», «κούκεροι», «χούχουτοι» και «καλόγεροι».
Αποκριές για τους Θρακιώτες σήμαινε παύση κατανάλωσης κρέατος και είσοδος σε μια αυστηρή και πολυήμερη νηστεία. Πριν ξεκινήσουν τη νηστεία θεωρούσαν πως έπρεπε να αφεθούν σε μια ζωή χαρούμενη, σε ένα αληθινό ξεφάντωμα που συνοδευόταν με απολαύσεις του σώματος και της ψυχής. Την τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου οι γυναίκες λούζονταν για να μην ασπρίσουν τα μαλλιά τους, οι νέοι πηδούσαν πάνω από τις φωτιές για να φύγουν τα κακά πνεύματα, οι επιδημίες, οι ψύλλοι και οι κοριοί.
Κυρίαρχο έθιμο των Θρακιωτών ήταν ο Κιοπέκ-Μπέης, δηλαδή ο άρχοντας των σκυλιών. Διαρκούσε δύο μέρες με τη συμμετοχή όλου του χωριού και είχε σαν βασικό πρόσωπο τον Μπέη, τον κριτή και τους Αράπηδες. Το έθιμο του αυγού και του χαλβά το τηρούσαν οι Θρακιώτες την τελευταία Κυριακή της αποκριάς, το βράδυ μετά το φαγητό. Τη Δευτέρα της Τυρινής γιορταζόταν το έθιμο των πιτεράδων με σχηματισμό μεγάλης πομπής μεταμφιεσμένων, αποτελούμενης από άνδρες ντυμένους γυναίκες, οι οποίοι συνοδεύονταν από γκάιντες και νταχαρέδες, οι οποίοι σατίριζαν καταστάσεις.
Άλλα γνωστά έθιμα ήταν αυτό της φωτιάς, οι «μπουμπούνες», το οποίο είχε συμβολικό χαρακτήρα, τα «σχωρέματα», τα «κεράσματα» και οι «καλόγεροι» το οποίο διασώθηκε και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας από τους Κρυονερίτες Θρακιώτες κυρίως. Τη Διονυσιακή ατμόσφαιρα αυτών των ημερών την συμπλήρωνε η απαράμιλλη ομορφιά και η ποικιλία των Θρακιώτικων χορών καθώς και τα περιπαικτικά αποκριάτικά τραγούδια με τη συνοδεία του γλυκού ήχου της γκάιντας».
( πηγή: Ξενίδης Δημήτριος)
« Η μεγάλη Σαρακοστή είναι γεμάτη από ήθη και έθιμα και θρησκευτικές γιορτές με συχνές ολονύχτιες αγρυπνίες στην εκκλησία. Σιγά σιγά έμπαιναν όλα σε τάξη. Τα πάθη καταλάγιαζαν και η ψυχή και το σώμα εξαγνίζονται. Η μεγάλη Σαρακοστή, πήρε το όνομά της από τότε που ο Χριστός νήστεψε και προσευχήθηκε σαράντα μέρες στην έρημο.
Πολλές γυναίκες και κορίτσια ξεκινούσαν τη Σαρακοστή με τριήμερη νηστεία, πίνοντας μόνο νερό. Την Καθαρά Δευτέρα έπρεπε να πλυθούν με ζεστό σταχτόνερο όλα τα μαγειρικά σκεύη, ώστε να φύγει κάθε ίχνος λίπους. Η πρώτη γιορτή της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, γιορτάζεται το πρώτο Σάββατο και ανήκει στα ψυχοσάββατα, γιατί είναι αφιερωμένο στις ψυχές των νεκρών.
Ακολουθεί η γιορτή της Ορθοδοξίας, γιορτή του θριάμβου της ορθής πίστης εναντίον των αιρετικών. Μετά της Σταυροπροσκυνήσεως είναι ο Μεγάλος Κανών. Ποίημα με 250 τροπάρια. Ψάλλεται την Τετάρτη της πέμπτης εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής. Ακολουθούν πολλές άλλες γιορτές μέχρι το Σάββατο της Ανάστασης του Λαζάρου, την Κυριακή των Βαΐων και τη Μεγαλοβδομάδα με το σταυρικό μαρτύριο και τα πάθη του Χριστού ως τη στιγμή που θα χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες για το «Χριστός Ανέστη».
Για να είναι όλα έτοιμα για την ημέρα της Λαμπρής, οι Πόντιοι έκαναν κάποιες προετοιμασίες. Οι νοικοκυρές έπαιρνα την βούρτσα από καλαμποκόφυλλα στα χέρια και έπαιζαν με τον λουλακιασμένο ασβέστη καλοδιάθετα. Τον έβαζαν να αναρριχηθεί πάνω στους τοίχους μέσα και έξω των σπιτιών, να σκαρφαλώσει στους κορμούς των δέντρων στην αυλή, να ξαπλώσει πάνω στα λιθάρια που περιέβαλλαν τα παρτέρια του κήπου, να τον απλώσουν στα πεζούλια των δρόμων και τελευταία να γλύψει τους λαδοτενεκέδες με τους πανσέδες, τις βιολέτες, τις αζαλέες, τους βασιλικούς και τις μαντζουράνες στο περιεχόμενό τους, ώστε όλα να λάμπουν την άγια αυτή μέρα.
Η εκκλησία του χωριού δεν έμενε αδρανής. Φρόντιζε να είναι λαμπερή και έτοιμη για την χαρμόσυνη μέρα. Ακόμη, οι νοικοκυρές εκτός από τις δουλειές του σπιτιού, φρόντιζαν να έχουν και τα τρόφιμα έτοιμα για εκείνη τη μέρα. Έφτιαχναν τσουρέκια σε διάφορα σχέδια και σχήματα που μοσχοβολούσε όλο το σπίτι, έβαφαν τα αυγά Μεγάλη Πέμπτη ή Μεγάλο Σάββατο, έφτιαχναν τη μαγειρίτσα και στόλιζαν το σπίτι με πασχαλιάτικα εδέσματα για τους επισκέπτες.
Οι Θρακιώτες βίωναν κάπως διαφορετικά το Πάσχα. Στα περασμένα χρόνια, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν μπολιαστεί ακόμα με την επικράτηση του τεχνικού πολιτισμού και ζούσαν εφαρμόζοντας κατά γράμμα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, στη Θράκη το Πάσχα όπως και σε κάθε τόπο που ζούσαν Έλληνες, τα έθιμα ξεχώριζαν για την ιδιαιτερότητά τους.
Η προετοιμασία άρχιζε από το Σάββατο του Λαζάρου. Στη μνήμη του οι γυναίκες ζύμωναν ειδικά κουλούρια που τα ονόμαζαν «λαζαράκια», τα οποία μοίραζαν στα παιδιά, που γύριζαν στο χωριό τραγουδώντας τα κάλαντα του Πάσχα. Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά τουλάχιστον ένα αυγό, όταν το έλεγαν τραγουδώντας τα κάλαντα του Πάσχα. Τίποτα το ιδιαίτερο δεν παρουσίαζαν οι μέρες της Μεγάλης εβδομάδας μέχρι και την Μεγάλη Πέμπτη. Τη μέρα αυτή έπρεπε να βάψουν τα αυγά πριν την καμπάνα του εσπερινού για να μην τα σπάσει ο «σήμαντρος». Το πρώτο αυγό που έβαφαν, το αφιέρωναν στην Παναγία και το κρατούσαν για να σταυρώνουν με αυτό τα «ματιασμένα» παιδιά.
Γραφικό έθιμο της Μεγάλης Πέμπτης ήταν ο «οβριός». Τον έφτιαχναν από μια δέσμη αμπελόβεργες και κουρελιασμένα ρούχα. Το σκιάχτρο αυτό που συμβόλιζε τον Ιούδα, περιέφεραν τα παιδιά στους δρόμους του χωριού τραγουδώντας σχετικό τραγούδι. Πιο κατανυκτική μέρα ήταν η Μεγάλη Παρασκευή. Οι Θράκες ζούσαν κυριολεκτικά τα πάθη του Χριστού. Όλες οι κοπέλες ξαγρυπνούσαν στην εκκλησία μοιρολογώντας τον Χριστό που σταυρώθηκε για να σώσει την ανθρωπότητα από την αμαρτία, με σχετικά μοιρολόγια.
Την ώρα του επιταφίου, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, εκτός από το φως των αναμμένων λαμπάδων. Σε κάθε γειτονιά τα παιδιά έκαιγαν με κληματόβεργές τον «οβριό» τονίζοντας με τη φωτιά τη φαντασμαγορία της βραδιάς.
Το Μεγάλο Σάββατο οι γυναίκες επισκέπτονταν τα μνήματα, όπου έκανα τρισάγιο στους τάφους των προσφιλών νεκρών τους και μοίραζαν για σχωριό κόκκινα αυγά και τσουρέκια στα παιδιά, γιατί οι αποθαμένοι νοιώναν να ξυπνούν μαζί με τον Χριστό.
Η τελετή της Ανάστασης δεν έχει τίποτα το ξεχωριστό και γινόταν όπως σε όλη την Ελλάδα. Την ημέρα της Λαμπρής τη γιόρταζαν με χορούς, τραγούδια, φαγοπότι και γενικό ξεφάντωμα, ρίχνοντας τις σχετικές μπαταριές με τους γκράδες και τα κυνηγετικά όπλα για το καλό της Ανάστασης. Ο θρησκευόμενος λαός της Θράκης τηρούσε με ευλάβεια τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής, την οποία κατέλυε με το φάγωμα του κόκκινου αυγού. Με αυγό τελείωνε το φαγοπότι της τελευταίας αποκριάς, της Τυρινής και με το αυγό άρχιζε το φαγοπότι της Λαμπρής.
Το Πάσχα στις μέρες μας είναι το ίδιο όπως σε όλη την Ελλάδα. Οι Πόντιοι και οι Θρακιώτες κράτησαν μερικά από τα έθιμά τους, τα οποία προσαρμόζουν στον σημερινό τρόπο διασκέδασης και γιορτής του Πάσχα. Το μόνο που έχει καταργηθεί και γινόταν παλιά είναι το μεγάλο πασχαλινό πανηγύρι στο χωριό, στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού και διαρκούσε τρεις μέρες».
( πηγή: Ξενίδης Δημήτριος)