Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΝΕΣΤΟΥ, ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ
Εργασία στο μάθημα της λαογραφίας
Όνομα φοιτητή: Μαυρουδής Παρασκευάς
Αριθμός μητρώου: 297
Εισηγητής: κ. Μανόλης Βαρβούνης
Ένδυμα – υπόδεση, κόμμωση, καλλωπισμός
«Το ντύσιμο ήταν ανάλογο με την ηλικία, άλλα φορούσαν οι νέες και άλλα οι γριές γυναίκες. Επίσης, άλλα ήταν τα καθημερινά ρούχα και άλλα αυτά που φορούσαν στα πανηγύρια ή στους γάμους.
Οι γυναίκες, λοιπόν, φορούσαν φούστα μάλλινη, χειροποίητη, και από πάνω ποδιά κεντημένη. Και όλα αυτά τα φτιάχναμε μόνες μας. Ξεκινούσαμε με το μαλλί, το πλέναμε και το λαναρίζαμε με το «λανάρ’», δηλαδή αυτό που κάνει το μαλλί από «ανώριμο» - «αγνέσιμο». Το τραβούσαμε με το χέρ’ και όταν έβγαινε ο «φίνος», το καλύτερο, το αγνότερο μαλλί, βάζαμε πάνω μια πέτρα.
Το τραβούσαμε έξω, το φτιάχναμε «τουλούπες» και μετά το γνέθαμε στη ρόκα. Είναι πολύ δύσκολη αυτή η διαδικασία και σήμερα είναι πραγματικά αδύνατο να μπορέσει κάποιος να κατασκευάσει μια ακριβώς ίδια φορεσιά.
Πάνω από τη μέση αυτό που φορούσαμε το ‘λεγαμ’ «πόλκα» ή «κοντογούν’» και στο κεφάλι το λέγαμε «μπόχο», το μόνο που παίρναμε έτοιμο.
Στο λαιμό μόνο οι νέες κοπέλες φορούσαν κοσμήματα, και ιδιαίτερα στους γάμους οι νύφες. Οι μεγάλες σε ηλικία γυναίκες δεν επιτρεπόταν να φορέσουν.
Τα μαλλιά τους τα περιποιούνταν πάντα οι κοπέλες. Κομμώτριες δεν είχε βέβαια τότε, γι’ αυτό και τις βοηθούσαν οι μητέρες ή οι γιαγιάδες. Μάλιστα από το χτένισμα καταλάβαιναν αν ήταν ελεύθερο ένα «κορίτσ’» ή όχι. Οι κοπέλες (ελεύθερες) τα έκαναν ένα ρολό, ενώ, όταν παντρεύονταν, τα έκαναν « κόμπους » δηλαδή πλεξούδες, από δύο μεριές που λεγόταν «χουβάλες». Και επειδή τα μαλλιά τους δεν τ’ άλλαζαν φαίνονταν πάντα οι παντρεμένες και οι ελεύθερες.
Οι πλούσιες οι κοπέλες φορούσαν πολλές φορές στα μαλλιά τους καρφίτσες που τα έλεγαμ’ «καρφοβέλονα», κίτρινες καρφίτσες που τις αγόραζαν έτοιμες.
Οι άνδρες φορούσαν φαρδιά μάλλινα παντελόνια υφαντά που τα ‘λέγαμ’ «πουτούρια». Από πάν’ φορούσαν πουκάμισο, άσπρο συνήθως και γιλέκο κεντημένο με ωραία σχέδια και πάνω απ’ αυτά φορούσαν τις κάπες, που ήταν φαρδιά μάλλινα πανωφόρια. Αυτά άρχισαν να τα φοράνε στα βουνά επί Τουρκοκρατίας οι Σαρακατσάνοι, για να μπορούν να κρύβουν από κάτω το όπλο και να μπορούν, χωρίς να το δείχνουν να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.»