Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΘΡΥΛΟΡΙΟΥ
<<Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου>>
Ύψωση του Τίμιου Σταυρού
Το όνομα του ο μήνας Σεπτέμβριος, Σταυρίτες ή Σταυρίτας, το πήρε από την γιορτή της ύψωσης του τίμιου Σταυρού που γιορταζόταν στις 14 Σεπτεμβρίου, τη Σταυρού.
Από 1-14 του Σεπτέμβρη, για τη χάρη της υψώσεως του Σταυρού, διαρκούσε - Τη Σταυρού, η νηστεία - ήταν και αυτή μεγάλη νηστεία. Δε επιτρεπόταν ούτε λάδι.
1η Σεπτεμβρίου: Δεν επιτρεπόταν να μπει κανένας στο σπίτι, πριν περάσει ο παπάς και φωτίσει. Επίσης για κάθε ενδεχόμενο και πριν να ‘ρθει ο παπάς, έπαιρναν ένα παιδί από τη γειτονιά και το έβαζαν στο σπίτι, όπως και την Πρωτοχρονιά, γιατί και την ημέρα αυτή την θεωρούσαν θρησκευτική Πρωτοχρονιά.
Για τον μήνα αυτό συνηθιζόταν η παροιμία <<Ο Σταυρίτες ρανισιπάρτε, έναν σπέρνει και πέντε παίρνει>>, δηλαδή ο Σταυρίτες είναι γεωργός, ένα σπέρνεις και πέντε παίρνεις, που έδειχνε ότι τον θεωρούσαν σαν καλό μήνα για την γεωργία.
Με το παρακάτω δίστιχο αποκαλύπτεται ακόμη μια ιδιαιτερότητα του μήνα:
“Σταυρίτας ξεραίν’ και μαραίν’ όλα τα φύλλα, Σταυρίτας ρούζ’ τα φύλλα και ξεραίν’ τα ξύλα.”
Άρχιζε το μάζεμα των ξύλων και η αποθήκευση τους για το χειμώνα ως καύσιμη ύλη, για τον <<πέσκον>> και το <<τσαχ>>.
Σεπτέμβρης κλινοκαίρ’ς, λέγεται επίσης μεταφορικά το Φθινόπωρο, τονίζοντας έτσι ότι ο καιρός αρχίζει να κλείνει προς τον χειμώνα.
<<28η Οκτωβρίου-Οκτώβρης: μήνας τρυγητού>>
Ο Οκτώβρης ονομαζόταν <<τρυγαμηνά>> ή <<τρυγομηνάς>>, λόγω του ότι στον Πόντο ήταν ο μήνας του τρυγητού.
Ο “τρυγομηνάς φερ’ ξυλ και μαραίν’ και ρουζ’ τα φύλλα, ο τρυγομηνάς ξενκίνε, φερ’ κρύον νερόν και πίνε”.
Ονομαζόταν τ’ αϊ Δημήτρη το μήνα σύμφωνα με το παρακάτω δίστιχο από τη μεγαλύτερη θρησκευτική γιορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου.
“Τ’ αϊ Δημήτρη το μήνα μη φοβάσαι, ξόνει την πείνα”.
Την θεωρούσαν και γεωργική γιορτή για καλλιέργεια και σπορά. Έπιαναν τον τσοπάνο για τα πρόβατα και επίνανε παζαρλούκ. Όταν συμφωνούσαν, αρκούσε μια χειραψία και ένας απλός λόγος. Τυαυτόχρονα του έδιναν και το καπάρο, το πεχ.
Μερικές οικογένειες διατηρούσαν πρόβατα και άλλα ζώα και έπιαναν τσοπάνον μόνο για τα δικά τους κοπάδια. Όμως για τις αγελάδες τη χωρί που διατηρούσαν όλες οι οικογένειες έπιαναν τον τσοπάνον τη χωρί, που περνούσε το πρωί και τις μάζευε από τις γειτονιές ή αργότερα (έλαλνε τα χρήνε), κάθε οικογένεια σε συγκεκριμένο μέρος, από όπου τις οδηγούσε ο τσοπάνον για βοσκή (ερίαζεν τα χρήνε) και τις έφερνε πίσω το βράδυ.
Παρά την νεγκοσίαν ασό όργωμα με το κοτάν και τα βούσε, γιατί αυτόν τον μήνα προετοιμάζονταν τα χωράφια για την σπορά.
<<Νοέμβρης- Αεργήας ή Γαζελαϊς ή Αεργήτες>>
3 του Νοέμβρη (Ανακομιδή λειψάνων Γεωργίου Τροπαιοφόρου). Από τη γιορτή αυτή πήρε κι όλος ο μήνας τ’ όνομα “Αεργήτες” ή “Αγιωργίτας”. Βάζανε στα σπίτια τα στρωσίδια για το χειμώνα. Διατύπωναν το δίστιχο:
<<Αγιωργίτα στρώσον- Αγιωργίτα σκώσον>>
Αυτόν τον καιρό οι γυναίκες ασχολούνταν περισσότερο με τα στρωσίδια του σπιτιού. Σε κάθε αρχή του καινούριου για ύφανση πανιού-κιλίμια, χράμια, σεντόνια (λινά, μάλλινα, μεταξωτά), επικαλούνταν και τη βοήθεια του Αγίου. Σχετικά μ’ αυτό, μια γιαγιά λέει το εξής: << Μια γυναίκα ύφαινε. Έβαλε το πανί της στον αργαλειό. Έμπαινε και έβγαινε και κοίταζε τις εικόνες και έλεγε στον Άγιο Γιώργη: “Άγιε Γιώργη μου, ύφανε το πανί μου”. Μια μέρα ο Άγιος Γεώργιος θύμωσε και της είπε: “Να μπω μέσα στον αργαλειό και να υφάνω το πανί σου. Κάθησε και αρχίνα να σε βοηθώ κι εγώ να το τελειώσεις.”>>
Όσοι γιόρταζαν τον Άγιον Δημήτριον, έβαζαν τα χειμερινά στρωσίδια από τότε, ανάλογα και με τον καιρό.
Βέβαια το μήνα αυτό γινόταν και η σπορά. Όλοι οι οικογενειάρχες με τα <<βούδε και τ’ οραπάδας σο χωράφ’ νιζαν τα κοκία σ’ οργωμένο χωράφ’ και έλεγαν: “Αεργίτα αν κι σπέρν’, τιδέν έσοδον κι παίρν’”.
26 του Νοέμβρη (τ’ Αϊ Στυλιανού)
Ήταν ο Άγιος προστάτης των παιδιών. Τον έκαναν διάφορες δωρεές κι αφιερώματα για την υγεία τους, προπάντων όσοι είχαν ταξίματα.
30 του Νοέμβρη (Ανδρέου Αποστόλου- τ’ Αγιαντρέα) Διατύπωναν το δυνάμωμα της ψύχρας με την παρηχητική έκφραση: <<Τ’ Αγιαντρέα αντρετών το κρύο>>.
<<Δεκέμβρης- Χριστιανάρτς>>
Το ποντιακό όνομα του δόθηκε από τα Χριστούγεννα, που τυχαίνουν το μήνα αυτό.
“Χριστιανάρτς φερ’ τον κρύον, νοσάν εκείνοι π’ εν’ τον βίον, έρθεν και ο Χριστουγεννάτες με τα χόνε ασπρογεννιάτες”
4 του Δεκέμβρη- Τ’ Αϊ Βαρβάρας. Την Αγία Βαρβάρα την θεωρούσαν προστάτιδα των παιδιών κατά της ευλογιάς. Απόφευγαν να μαγειρεύουν οι γυναίκες. Επίσης δεν μαγείρευαν την μέρα αυτή φασόλια και γενικά όσπρια, που συμβολικά έμοιαζαν με τα εξανθήματα της ευλογιάς. Πίστευαν και σε δυνατές επεμβάσεις της Αγίας στη μετεωρολογία, λέγοντας: <<Αϊ Βαρβάρα φύσα>>.
5 του Δεκέμβρη- Σάββα του Ηγιασμένου- Τ’ Αϊ Σάββα
Και για τον Άγιο αυτό πίστευαν σε δυνατές επεμβάσεις στη μετεωρολογία λέγοντας: <<Αϊ Σάββα χόντσον ή τουφίξον>>.
6 του Δεκέμβρη- Τ’ Αϊ Νικόλα
<<Αϊ Νικόλα στίβαξον ή άνοιξον ή Αϊ Νικόλα τσούπωσον τα κατωθύρε>>
Έλεγαν για τον Άγιο Νικόλα που τον θεωρούσαν προστάτη των θαλασσινών και των ταξιδευτών. Ήταν ο Ποσειδώνας των Χριστιανών. Αν και δεν είχε τους ασκούς του Αιόλου στη διάθεση του, μπορούσε όμως, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, να κάνει την τρίαινα ν’ αδρανήσει. Για τον καιρό της γιορτής του ήταν διπρόσωπος ή και τριπρόσωπος.
12 του Δεκέμβρη- Σπυρίδωνος επισκόπου- Τ’ Αϊ Σπυρίδωνος
Διαπίστωσαν ότι άρχιζαν να μεγαλώνουν οι μέρες: <<Κοκκίν- κοκκίν τρανύν’ νε τα ημέρας>>.
15 του Δεκέμβρη- Ελευθερίου Ιερομάρτυρα- Τ’ Αϊ- Λευτέρ’
Τον Αϊ Λευτέρη τον είχαν για προστάτη οι έγκυες γυναίκες για να ελευθερωθούν εύκολα. Τον τιμούσαν επίσης πολύ και οι φυλακισμένοι για να τους δώσει την ελευθερία τους μια ώρα νωρίτερα. Τον επικαλούνταν και οι σπιτικοί ετοιμοθάνατοι που παιδεύονταν κατά το ψυχοράγημα, για να ξεψυχήσουν εύκολα.
24 του Δεκέμβρη- Παραμονή Χριστουγέννων- Παραμονή τη Χριστού.
Το βράδυ μετά το δείπνο τα παιδιά έβγαιναν και έψελναν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Μερικές μέρες πριν, γινόταν παρέες ανά δύο τρεις ή και περισσότεροι και προπονούνταν στο ψάλσιμο. Κατέστρωναν το πρόγραμμα και το δρομολόγιο, έκαναν τις ιδιαίτερες συμφωνίες για τη μοιρασιά και τη βραδιά αυτή έπαιρναν γύρω τα σπίτια και “τα έλεγαν”. Όλες οι πόρτες είχαν φαναράκια, κυρίως χάρτινα, χρωματιστά λογής- λογής, που παρά την απλότητα τους, έδιναν στην γιορτάσιμη βραδιά έναν τόνο χαρμόσυνο και μια όψη φαντασμαγορική.
Στα παιδιά έδιναν χρήματα, φρούτα ή τσερεζικά. Στο τζάκι έκαιγε μεγάλο κούτσουρο, επίτηδες φυλαγμένο για Χριστούγεννα- το χριστοκούρ που βαστούσε αρκετές μέρες.
25 του Δεκέμβρη- Χριστούγεννα- Τη Χριστού.
“Τη Χριστού όλ’ αναλλάζ νε και τα πετεινάρτα σπάζ’ νε.” Μεγάλη θρησκευτική γιορτή όπως φαίνεται κι από το παραπάνω δίστιχο, την ημέρα αυτή προτιμούσαν για φαϊ πουλερικά.
26-31 του Δεκέμβρη
Έξι πρώτες μέρες από τα Δωδεκαήμερα. Τις μέρες αυτές έλεγαν ότι τα νερά είναι ακάθαρτα και τα πονηρά πνεύματα περιφέρονται ελεύθερα. Γι’ αυτό απέφευγαν να κάνουν γάμους. Απέφευγαν επίσης να βαφτίζουν παιδιά εκτός αν υπήρχε κίνδυνος να πεθάνουν. Τη νύχτα πήγαιναν στη βρύση για νερό.
31 του Δεκέμβρη “Έρθαμεν σον Χριστιανάρ”
“Ο Χριστός εγεννέσθεν τα μήνας γίνταν δώδεκα ο χρόνος πα ετελέθεν.”
Το βράδυ μετά το δείπνο τα παιδιά έβγαιναν και έψελναν τον Αϊ Βασίλη, με τις ίδιες προετοιμασίες και σε ίδια γενικά εορταστική ατμόσφαιρα, όπως και το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων- εθήμιζαν- με τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα: <<Αρχή κάλαντα, αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου- κι αρχή του χρόνου, πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου- πάντα του χρόνου>>.
<<Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδών εν κι αρχή κυδών εν κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον- το μυριγμένον. Εμυρίστεν αυτόν ο κόσμος όλεν ο κόσμος όλεν, για μυρίσι’ από κι εσύ αφέντα- καλέμ’ αφέντα. Λύσον την κεσές και δος παράδες- και δος παράδες, κι αν ανείς μας, χαράν σην πόρτα σ’ αρόν στην πόρτας. Χρόνια πολλά πάντα και του χρόνου>>.
Την ημέρα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, εκτός από τη βασιλόπιτα, όλες σχεδόν οι οικογένειες έκαναν και κουλουράκια, τσουρέκια, διάφορα φρούτα, μήλα, απίδια και τσερεζικά. Το κόψιμο της βασιλόπιτας λάμβανε τη σοβαρότητα οικογενειακής τελετής. Κάθε φορά που έκοβαν ένα κομμάτι φώναζαν φωναχτά κι εκείνον για τον οποίο προοριζόταν. Σ’ όποιον έπεφτε το νόμισμα- η παρά- τον θεωρούσαν τυχερό και έλεγαν ότι η χρονιά θα του πάει καλά. Καλό σημάδι για την οικογένεια ήταν αν έπεφτε στην Παναγία- στην εικόνα. Μια ιδιαίτερη εκδήλωση των εθίμων του ποντιακού λαού κατά τις μέρες των καλαντόφωτων είναι το παραδοσιακό θέατρο, τα Μωμοέρια.
<<Το έθιμο των Μωμογέρων>>
Ο λαός των Ποντίων, όντας λαός χαρούμενος, προσπάθησε να ξεπεράσει την τουρκική δουλεία και τις βίαιες εξισλαμίσεις δημιουργώντας το λαϊκό σατυρικό θέαμα των Μωμοερίων.
Το έθιμο αυτό οργανώνεται στα περισσότερα ποντιακά χωριά από τις 17 Δεκεμβρίου εώς τέλος Φεβρουαρίου. Η δημοτική αυτοσχέδια υπόθεση παίζεται με κινήσεις και χειρονομίες στις αυλές των σπιτιών, με τη συνοδεία λύρας- νταουλιού και μόνο σε ορισμένα σημεία της θεατρικής δράσης οι ηθοποιοί χρησιμοποιούν το διάλογο.
Εκτός από τον κεντρικό ήρωα, τον Μωμόερο ή Πορδαλά, η αρπαγή της νύφης αποτελεί βασικό επεισόδιο της υπόθεσης. Άλλα πρόσωπα του δράματος, από τις διάφορες παραλλαγές που διασώζονται είναι: 1) Ο Αλής (έφιππος), 2) Η κόρη, 3) Ο πατέρας, 4) Ο γιατρός, 5) Ο ιππέας, 6) ο δισακοφόρος, 7) Η έγκυος γυναίκα, 8) ο έφηβος, 9) ο μουσικός, 10) οι δύο νέοι που κρατούν φανάρι και βοηθούν στο ντύσιμο των ηθοποιών, 11) ο γέρον, 12) Ο Ακρίτας με 4 άντρες, 13) Ο Άρκον, 14) Ο Άγιος Βασίλειος με δύο παιδιά.
Κυρίαρχη θέση κατέχουν τα πρόσωπα του Διγενή Ακρίτα και του Αγίου Βασιλείου. Ο Ακρίτας εκφράζει την ακατάβλητη ελληνική δύναμη και που είναι έτοιμος να υπερασπιστεί κάθε στιγμή τους συμπατριώτες του. Από την παρουσία του Αγίου Βασιλείου συμπεραίνουμε πόσο μεγάλη επίδραση άσκησε η ελληνική ορθόδοξη πίστη πάνω στο αρχαίο πνεύμα, γι’ αυτό πολλά ειδωλολατρικά έθιμα, διαμορφώθηκαν σύμφωνα με το Χριστιανικό τρόπο ζωής.
Στο έθιμο των Μωμοερίων οι Έλληνες του Πόντου διατήρησαν τον πυρήνα και το γιορταστικό τρόπο των λαϊκών αυτοσχεδιαστικών σατυρικών δραμάτων των προχριστιανικών χρόνων και ταυτόχρονα διαφύλαξαν την παραδοσιακή μορφή των δραμάτων αυτών, στο περιεχόμενο των οποίων έδωσαν χριστιανικό χαρακτήρα.
<<Χαρακτηριστικά δείγματα κατά τη διάρκεια της παράστασης των Μωμοερίων>>
[Ύπαρξη φωτογραφίας]
[Ύπαρξη φωτογραφίας]
<<Το έθιμο του Κιτί-Χοτσά ή Γοτσά>>
Παρόμοιο έθιμο με τους Μωμόερους ήταν και αυτό του του “Κιτί Χοτσά ή Γοτσά” που παιζόταν στο Θρυλόριο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Τα πρόσωπα που δρουν στο έθιμο του Κιτί Χοτσά ή Γοτσά είναι: 1) Ο γέρον, 2) Η νύφη (άντρας), 3) ο αράπης, 4) Η χερκελέ (συνοδεία), 5) ο λυράρης, ο νταουλτσής και ο τουλουμπατσής.
Ο γέρος φοράει γενειάδα, γυαλιά, ώστε να μη διακρίνεται ποιος είναι, καμπούρα στην πλάτη, κουδούνια στη μέση του, παλιά ρούχα και τέλος κρατάει μια ράβδο μεγάλη. Ο αράπης έχει βαμμένο μαύρο το πρόσωπό του, κουδούνια σε όλο του το σώμα, στο κεφάλι προβιά και κρατάει δύο σπαθιά. Η νύφη που είναι άντρας λέγεται “Πεπλικουζού” και ο ρόλος της είναι αντίστοιχος μ’ αυτό στα Μωμογέρια.
Ο Κιτί Χοτσάς μπαίνει μέσα στα σπίτια και ζητάει από τον νοικοκύρη να του παραχωρήσει μέρος για να μείνει μια βραδιά με τη νύφη. Ο νοικοκύρης του αρνείται και βρίσκει διάφορα προσχήματα ώστε να τον πείσει να φύγει, διότι ξέρει ότι ο Κιτί Γοτσάς έχει πίσω τη χερκελέ (συνοδεία). Ενώ γίνεται ο διάλογος εμφανίζεται στην πόρτα η νύφη. Ο Κιτί Γοτσάς νιώθει ότι έχει προδώσει τον έρωτα τους. Ο διάλογος γίνεται στην ποντιακή αλλά και στην τουρκική. Ακολουθούν σκηνές κωμικοτραγικές, όπου ο γέρος παλεύει με τον αράπη. Μετά ο γέρος βγαίνει έξω φοβισμένος.
Η χερκελέ τον ενθαρρύνει και ξανά μπαίνει μέσα και αρπάζει τη νύφη και τον αράπη. Αυτή τη φορά αυτός που φεύγει είναι ο αράπης, ο οποίος κρατάει στα χέρια του δύο σπαθιά. Ο Κιτί Χοτσάς λέει στην τουρκική: << Τσαλ τουλουμπατσή, τσαλ κεμετσετσής>> Και συνεχίζει στα ποντιακά: <<Αρ παίξτε ας χορεύομαι με το νυφάδι μ’ς>> Η χαρά του όμως δε διαρκεί, γιατί ο αράπης μπαίνει μέσα και σφάζει το γέρο. Τώρα έχει φτάσει η ώρα η νύφη να δείξει τα πραγματικά της αισθήματα απέναντι στο γέρο. Έτσι αφού έχει μπει μέσα η χερκελέ πάει πάνω από το γέρο και τον κατουράει. Μετά ο γέρος σηκώνεται και η παράσταση κλείνει με χορό από όλους τους παρευρισκόμενους. Η χερκελέ τώρα πια τρώει και πίνει ότι βρει μέσα στο σπίτι, ακόμη και χωρίς να ρωτήσει τους οικείους.
<<Η Λαμπρή στον Πόντο>>
Το Πάσχα θεωρούνταν και στον Πόντο όπως και στον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο η μεγαλύτερη θρησκευτική γιορτή. Ο Πόντιος προετοιμαζόταν ψυχικά με τη νηστεία και τις αλληλοδιάδοχες γιορτές, που μεσολαβούσαν ως το Πάσχα για τον ερχομό της.
Την Κυριακή των Βαϊων οι Πόντιοι έψαλαν τα Βάγια. Τα παιδιά κρατώντας στα χέρια τους ένα κομμάτι σύρμα που στο κάτω μέρος του είχε δεμένο ένα κομμάτι ξύλο, κι ένα καλαθάκι στολισμένο με Βάγια που το έπαιρναν από την εκκλησία, πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έψελναν:
<<Βάι Βάι το Βαί, τρώγω ψάρι και χαψί και τάπαν την Κερεκή τρώγω το πασί τ’ αρνί. Θεία θεία να το κερκέλ και δώσμε το κόκκινον τωβόν>>.
Αποκορύφωμα της αναμονής, ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα. Την Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα αυγά και έκαναν τα τσουρέκια. Την Μεγάλη Παρασκευή έφερναν αυγά στην εκκλησία για να διαβαστούν, όσα και τα μέλη της οικογένειας και τα έλεγαν ευχασμένα ωβά. Αμέσως μετά το “Χριστός Ανέστη” τα έτρωγαν αλλά δεν τσούγκριζαν μ’ αυτά.
Αυγά έβαφαν και το Μεγάλο Σάββατο. Το χρώμα που προτιμούσαν ήταν το κόκκινο, το οποίο το έκαναν με φύλλα από κρεμμύδια. Οι φανατικοί του τσουγκρίσματος έκαναν τα “τσιχτλιρένα ωβά.” Άνοιγαν δηλαδή ένα λάκκο στη χόβολη του τζακιού, αράδιαζαν εκεί τα αυγά με τη μύτη προς τα κάτω και ύστερα τα άφηναν να ψηθούν σιγά σιγά επί μια μέρα, με το περιεχόμενο του αβγού να συγκεντρώνεται στη μύτη και να γίνεται μαύρο σα πίσσα. Την Μεγάλη Παρασκεύη έφερναν στην εκκλησία δείγματα των παραγόμενων στα χωράφια τους προϊόντα. Τα λουλούδια του επιταφίου τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι. Ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα απέφευγαν τις προστριβές μεταξύ τους. Το Μέγα Σάββατο το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία κουβαλώντας ένα αυγό και τσουρέκι. Μετά το “Χριστός Ανέστη” έμπαιναν στην εκκλησία και συνεχιζόταν η λειτουργία ως το πρωί. Το τσούγκρισμα διαρκούσε και τις τρεις μέρες του Πάσχα. Μετά την απόλυση της αναστάσιμης λειτουργίας διατηρούσαν το φως της λαμπάδας για να ανάψουν τα καντήλια των σπιτιών τους. Τρεις μέρες σε κάθε σπίτι ήταν στρωμμένα τα τραπέζια με ό,τι καλύτερο υπήρχε, το σουβλιστό αρνί δεν συνηθιζόταν στον Πόντο.
Έπειτα του Αγίου Πνεύματος κατά την ποντιακή παράδοση οι ψυχές επιστρέφουν στον τόπο τους και εμείς πηγαίνουμε να φάμε μαζί τους. Επίσης, θεωρούνταν ότι αφού οι ψυχές μετά το τραπέζι αυτό, κατά τις δώδεκα το μεσημέρι επέστρεφαν στον τόπο τους, μπορούσε κανείς μ’ ένα καθρεφτάκι να τις δει μέσα στα πηγάδια, κάτι βέβαια που δεν σχετίζεται με την Χριστιανική μας παράδοση.
<<Το φούρνισμα των κερκελίων το Σάββατο του Λαζάρου>>.
[Ύπαρξη φωτογραφίας]
<<Αφού το Σάββατο του Λαζάρου έκαναν τα κερκέλια, την Κυριακή τα έδιναν στα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα>>.
[Ύπαρξη φωτογραφίας]
<<Άφηναν τα φαγητά καθώς και τα αυγά, στην εκκλησία για να ευλογηθούν>>.
[Ύπαρξη φωτογραφίας]
<<Του Αγίου Πνεύματος άπλωναν φαγητά έξω από τα μνήματα για τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων>>.
[Ύπαρξη φωτογραφίας]
<<Τα βραβεία που απονέμονταν στους νικητές των αυγομαχιών>>.
[Ύπαρξη φωτογραφίας]